.

.

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Βαθιά πολύ εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.
Ἐκεῖ στά βάθη της βρίσκεται ἡ λύση στό αἴνιγμα τῆς ὕπαρξης.
Γιά αὐτό ἀγαπᾶ νά καταδύεται. Γίνεται γοργόνα. Πάντοτε ὁ νόστος τοῦ βάθους ἀποτυπωμένος  στό βλέμμα της. Ἡ προσοικείωση τοῦ βάθους  εἶναι πόθος ἀστείρευτος.
Ὅμως γιά νά μπορέσει νά καταδυθεῖ ἡ ψυχή πρέπει νά ἀποκτήσει σῶμα. Πρέπει νά ἐνδυθεῖ ὅλον τόν κόσμο, κόσμο ὁρατό καί κόσμο ἀόρατο, νά πραγματώσει τήν  ἀντάμωση σέ ὅλα τά ἐπίπεδα, νά ὑποστασιάσει καθετί πού στόν κόσμο αὐτόν τῆς δόθηκε σάν μυστικό κλειδί Παραδείσου.
Νά ἐνδυθεῖ, κατά πῶς λέν τά παραμύθια, τόν κάμπο μέ τά λούλουδα, τή θάλασσα μέ τά ψάρια, τόν οὐρανό μέ τ’ ἄστρα γιά νά μπορέσει νά γίνει νύφη ὥστε νά ἐνστερνηθεῖ καί τόν ἄνθρωπο σ’ ὅλο τό μέγεθος  τοῦ πόνου, τοῦ  καημοῦ καί τοῦ νόστου, γιά νά καταδυθεῖ μέ πληρότητα ν’ ἀγγίξει στό βάθος  φῶς λυτρωτικό , Θεό Παντοδύναμο. 

Ἀλλά ἀπό μόνη της ἡ κυρά-Ψυχή δέν μπορεῖ νά ἐπιτύχει τοῦτον τόν ἐνστερνισμό , τούτη τήν ἕνωση.
Γι αὐτό ἔστειλε ὁ Θεός τόν «Ἀρχάγγελο» τοῦ Ἔρωτα. Ἔρωτας εἶναι ὁ νόστος τοῦ ὕψους. Ὁ νόστος γιά τό φῶς πού νοηματοδοτεῖ τό βάθος.Ἔτσι κατερχόμενη, νά ἀνέρχεται πληρέστερη καί καθολικότερη ἀπό τή νηπτική ζέση πρός τό  μυστήριο τῆς ἕνωσης. 
 Ἡ κατάδυση νά σηματοδοτεῖ ἀνάδυση καί νά’ναι Φῶς, Ἔρωτας, Σιωπή
ὥς θά’λεγαν Σῶμα, Ψυχή, Πνεῦμα.
Συνειδητοποιεῖ πιά ἡ κυρά-Ψυχή ὅτι ὁ ἔρωτας δέν εἶναι τῆς σάρκας ἀλλά τῆς ὕπαρξης
καί σιγά σιγά νιώθει ἐν ἀληθεία τό σῶμα της καί σεμνά κερνᾶ τόν «’Αρχάγγελο» ἀπ’ ὅσα μπόρεσε νά θησαυρίσει μέσα της. Σημάδι γι’ αὐτό εἶναι τό βλέμμα. Ἔχει πιά βαθύνει ἡ ὅραση.
«Δέν βλέπουμε μέ τά μάτια , ἀλλά μέ ἀφορμή τά μάτια». 
Διότι συγκεράστηκε τό βάθος τοῦ κόσμου
μέ τό ὕψος ἀπό τό μυστικό ἄγγιγμα τοῦ Παραδείσου.
Ἔρωτας! Δέν ζοῦμε μέ τό σῶμα, ἀλλά μέ ἀφορμή τό σῶμα.
Τό σῶμα μας εἶναι ὁ μυστηριακός λύχνος τῆς μοίρας. Τό λίκνο τοῦ  θαύματος.
Σέ αὐτό ἔχουν κληθεῖ νά ἀνταμώσουν ὅλοι οἱ κόσμοι
 κι ὅσο πιό βαθύ τό ἄγγιγμά τους τόσο πιό ὁλόγιομο τό πρόσωπο. 
Ἔρωτα ἔχουμε κάθε πού συναντιόνται δύο αἰνίγματα.
Μιά οὐρανόσκαλα στό προσκέφαλο τοῦ πόνου. Ὁ «’Αρχάγγελος» γίνεται ροῦχο,
 ἡ κυρά-γοργόνα λύει τό μαντήλι τοῦ νόστου ἀπό τήν ψαρίσια της οὐρά,
 στύβει τόν καημό καί σταλάζει φῶς πού τό ἀνεμίζει γιά τό καλό κατευόδιο,
γιά τήν καλή κατ’ ἐλπίδα ἀντάμωση.
Τό ζευγάρι ἀνακεφαλαιώνει τόν κύκλο κάθε νόστου καί ἀπό τά μάτια μέσα,
 σέ ὅλο τό μυστικό της βάθος ἀνθίζει ἡ ὕπαρξη, πού δέν αὐτοπροσδιορίζεται ἀλλά κοινωνεῖ καί κοινωνεῖται.
 Εἶναι οἱ μυστικές στιγμές πού προσκυνᾶ ὁ Ἔρωτας,
 γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι πιά φῶς πού ἀφοπλίζει ὅλα τά αἰνίγματα.
 Ὥς καί ὁ πόνος μετουσιωμένος ἀπό τό βάθος τοῦ ὕψους καί ἀπό τό ὕψος τοῦ βάθους,
ἀναγκάζει τόν τρυφερό «Ἀρχάγγελο» νά παραδώσει ὁλόγιομο τό φῶς.
Κανένα ρῆγμα, ἡ λύπη ἦταν ἡ περιπέτεια μιᾶς σκιᾶς λίγο πρίν τήν ἀλήθεια.
Ὥρα στοργῆς! Ὁ Ἔρωτας ἡσυχάζει.
Τό σῶμα μοιάζει μέ μουσικό ὅργανο πού σιωπᾶ ἀλλά τήν ὑπόστασή του δέν χάνει.
Ὥς καί ὁ ὕπνος γίνεται ἔρωτας. Δρόμος ἐγρήγορσης.
 Ἔπειδή πολύ ἡ ψυχή ἀγάπησε, ἐπειδή ἀνόρια στό φῶς παραδόθηκε.
Σάν ἀγγίξει ὁ «’Αρχάγγελος» τίς χορδές της,  γλυκασμός οὐράνιας ἁρμονίας
 λιώνει τή διάκριση ὕψους καί βάθους. Βαθύστοργη ἑνότητα βασιλεύει.
Δέν μᾶς λυτρώνει ὁ νόστος, ἀλλά ὁ νόστος εἶναι ἡ ἀφορμή γιά τήν ὔπαρξη.
«Ἔρωτας δέν εἶναι τά μάτια σου ἀλλά τά δικά Του»,
καί γιά χάρη μιᾶς θεϊκῆς ὅρασης ὁ «Ἀρχάγγελος», ὥς Ἐσταυρωμένος,
 στούς ὥμους Του σηκώνει ὅλο τό φῶς,
ἐνῶ μέ τή θυσία Του σώζει ψηλά τό καΐκι πού εἶναι τό μυστικό σῶμα τῆς ἀγάπης Του.
Μέσα στήν ἀγάπη Του ταξιδεύουμε...

 ΥΓ. «Εἶναι παιδιά πολλῶν ἀνθρώπων τά λόγια μας».
Τό κείμενο πῆρε τήν πρώτη του μορφή τήν παραμονή τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ 2009 καί γεννήθηκε ἀπό τή ζωγραφική παραμυθία τοῦ Ἔρωτα «’Αρχάγγελου» τοῦ κ. Γιώργου Κόρδη.
Σέ αὐτή τήν εἰκαστική του δημιουργία ἀνήκει καί ὁ  ζωγραφικός πίνακας τῆς εἰσαγωγῆς.
 
  
Οἱ ἐπιθυμίες φανερώνουν τά κενά τῆς ψυχῆς.
 Τό ἔλλειμα τῆς πληρότητας γεννᾶ τήν ἐπιθυμία.
  Ἐπικίνδυνη εἶναι ἡ ἀθυμία καί ἡ βαρυθυμία
ὡς ἀδιέξοδο τέλμα στήν ἀνάσα τῆς ψυχῆς.
Ἡ ἐπιθυμία προέρχεται ἀπό τό θυμικό τῆς ὕπαρξης. 
Ἐκφράζει τίς ἀνάγκες της ὕπαρξης
προκειμένου νά ὁλοκληρωθεῖ.

 Καί ἐπειδή μαρτυρᾶ ἔλλειψη πληρότητας,
 προϋποθέτει στοχασμό καί σεβασμό καί προσευχητική προσοχή, δηλαδή ἐγρήγορση ,
γιά τό ἄν τό ἐπιθυμητό εἶναι σκαλί ἤ βάραθρο,
ἄν εἶναι ἐπίκτητος πόθος
ἤ ἀληθινός πόρος τῆς ὕπαρξης.
   
                   Δέν ἀρκεῖ ἡ ἐπιθυμία γιά νά πραγματωθεῖ αὐτό πού ἡ ψυχή ἀκόμη δέν εἶναι.
                              Ἡ ὕπαρξη φτάνει στήν ἐν δυνάμη καί χάριτι τελειότητα
                                           ὄχι ἐπιθυμώντας ἀλλά μακροθυμώντας.
                                                            Δηλαδή ἀσκητικά.
    
Διότι ἡ στέρηση τοῦ ἐπιθυμητοῦ ὁδηγεῖ σέ ὑπέρβαση.
 Καί ἡ ὑπέρβαση σέ ἐλευθερία ἀπό τά δεσμά τῆς ἀνάγκης καί τῆς χρείας.
     Ἡ στέρηση ἀνοίγει τή συνείδηση περισσότερο ἀπό τήν ἐπιθυμία.
    
                 Ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἄνεμος.
 Ἄνεμος ἀπό τά ἐπαναστατημένα βάθη τῆς ψυχῆς,  ἀπό τήν ἐκρηκτική ζέση γιά ἄμεση πληρότητα.
 Εἶναι ἀφόρητη δίψα γιά ὕδωρ ζῶν.  Μπορεῖ ὅμως νά εἶναι καί θύελλα.
 Θύελλα παθῶν καί ἀποθημένων,  βίαιη καταστολή,
  ἐκτόπιση καί ἀποδόμηση τῆς πιό θεϊκῆς πνοῆς μας.
     
                      Ἡ στέρηση εἶναι φῶς.
  «’Ελάτε νά σᾶς δείξω τή δουλειά τοῦ ταπεινοῦ» ( ΕΛΙΟΤ)
  Ὄχι τόν ἄνεμο ἀλλά τήν εἰρήνη.  Τήν εἰρήνη ἀπό τό ἀναστημένο βάθος τῆς ὕπαρξης.
  Τήν ἔσω γαλήνη, τή νήψη πού ὑποτάσσει τά πέλαγα τοῦ βίου  μέ τή χαρά τῆς χάριτος.
                    Δέν εἶναι ἡ ἐκπλήρωση ἀλλά ἡ πλήρωση πού ἔχει σημασία.
 Tό ἐν πνεύματι καί ἀληθεία βάθος τῆς ψυχῆς πού δίνει στό ἀνθρώπινο πρόσωπο τήν καλοσύνη τοῦ ἥλιου.
 Εἶναι ὁ συγκερασμός τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς μέ τό μυστήριο τοῦ προσώπου.
 Ὁ τρόπος πού τό θαῦμα γίνεται ὁ τρόπος τῆς κατά χάριν φύσης μας.
Τό πραγματικά ἐπιθυμητό δέν εἶναι ἀνάγκη ἐπιβίωσης ἀλλά ἀθανασίας μετοχή. Δηλαδή διαστολή τοῦ χωροχρονικοῦ στό αἰώνιο. Ἀναπνοή ἀπό τήν πηγή τῆς θεότητας.
Εἶναι τόπος Θεοῦ στόν χῶρο μας καί χρόνος Θεοῦ στόν τρόπο μας.
Εἶναι μιά στάση πρός τήν ἔκταση τῆς ἀλήθειας,
μιά ἐν ἀκινησία κλίμακα κίνησης πρός τήν ἱερότητα τῆς ὕπαρξης.
                  Τό πραγματικά ἐπιθυμητό εἶναι τό προσευχητικό.
Ἡ ἐν ἀληθεία προσοχή καί ἐγρήγορση.
Τό ἄνοιγμα πρός τήν οἰκοῦσα ἐν ἡμῖν θεία πνοή πού ἀφουγκράζεται καί ἀποκρίνεται στίς δίψες μας.

ΥΓ. Ἐγγύτητα χάρης. Τό πιό σημαντικό εἶναι ὅτι ὁ λόγος αὐτός ἔφτασε ὡς ἀπόκριση στήν βαθιά λύπη τῆς ψυχῆς πού δέν μποροῦσε νά ξεδιαλύνει τόν ἀποθημένο ἀπό τόν ἀληθινό ἐρωτισμό της.
Ὁ Θεός εἶναι Κύριος. Ἐν τ νηπιότητα τῆς ἀντιλήψεώς μας ζητᾶμε καραμέλες καί ἡ ἀπάντησή Του εἶναι γλυκασμός αἰωνιότητος.