.

.

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2017

Τό δέντρο τῆς εὐχῆς
Δημοσιεύθηκε : Τρίτη, 28 Μάρτιος 2017 12:00 | Γράφτηκε από τον/την K. Αθηνιώτη - Παπαδάκη | Εκτύπωση | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο | Εμφανίσεις: 303


Νά ἁλιεύεις στά βάθη τῶν στιγμῶν τήν ἀναπνοή τοῦ Θεοῦ.
Τήν πανταχοῦ παροῦσα καί τά πάντα πληροῦσα θεῖα πνοή.
Νά ἐπιτρέπεις σέ αὐτήν τήν παρουσία καί σέ αὐτήν τήν πληρότητα νά σέ καινουργεῖ.
Ἀναπνοή τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ αὔρα τοῦ μυστηρίου τους.
Μπορῶ νά σοῦ πῶ «ἡ ἀνθισμένη κερασιά» ἀλλά δέν σοῦ μεταφέρω τήν αὔρα της.
Ἵσως νά γινόνταν πιό εὔγλωτη αὐτή ἡ αὔρα ἄν ἔλεγα:
«Ξάφνου ἔνιωσα πού πήγαιναν τόσα χαμένα φεγγάρια. Μυστική τά σύναζε σιωπή καί τά ’δενε ἄνθη».


Ἀλλά καί ἀπό αὐτό ἀπουσιάζει ὁ συγκερασμός τῆς ἀναπνοῆς σου μέ τήν πνοή της.
Καί δέν ἐκφράζει τήν ἀλληλοπεριχώρηση τοῦ συγκερασμοῦ μέ τήν πνοή τοῦ Θεοῦ.
Πρέπει νά μεταλάβεις τό μυστήριο γιά νά τό γνωρίσεις. Πρέπει νά εἶσαι ἐκεῖ.
«Ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀπουσία ἀπό τό παρόν» (Ν.Γ.Πεντζίκης). Προσπερνοῦμε ὄχι ἁπλῶς τίς στιγμές μας.
Προσπερνοῦμε τήν ἀναπνοή μας.
Δέν μετέχει ἡ ἀναπνοή μας στή δωρεά τῶν στιγμῶν καί γι’ αὐτό τίς χάνει.
Προσευχή εἶναι ἡ προσοχή τῆς καρδιᾶς. Ἡ ἀναπνοή τῆς καρδιᾶς. Δέν εἶναι σκέψη ἀλλά ἐπίσκεψη.
Συγκατάβαση χάριτος. Ἐπιστροφή τῆς ἀναπνοῆς στήν πνοή τοῦ Θεοῦ.
«Ὡς ἀναπνοή θά πρέπει νά ἐννοήσετε τήν πνευματικότητα» (Ν.Γ.Πεντζίκης).
Αὐτή ἡ ἀναπνοή δέν εἶναι ἀποστεγνωμένη, κενή, ξερή ἀλλά μεθεκτική, καθολική, ὁλόδροση.
Εἶναι μεθεκτικός τόπος ἀνάπαυσης καί ἀνάστασης. Τό «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι».
Ἀναπνοή πού λειτουργεῖ τήν ἀντάμωση μέ τό μεταμορφωτικό θαῦμα τοῦ κόσμου.
Ἀλλά πρέπει νά μήν προσπερνᾶς τήν πνοή σου.
Οὔτε νά προσπερνᾶς τήν πνοή τοῦ Θεοῦ πού μέ τόσα θαύματα κρούει τή θύρα τῆς συνείδησής σου.



Θά’λεγα γιά τήν κερασιά, πώς μαθήτευσε στήν ἡσυχαστική πνοή τοῦ χιονιοῦ,
πώς σύναξε τίς νιφάδες τοῦ μυστηρίου,
πώς ἐνοίκησε στόν μύθο τοῦ χρόνου της τόν Παραδείσιο Κῆπο,
πώς τούτη ἡ ζέση εἰσερχόμενη στῆς ἀνοίξεως τόν κόρφο
καί συνοδευόμενη ἀπό πασχάλια κεκρυμμένη ἀηδονοκρουσία,
μετουσίωσε νυφικά τά ἄνθη σέ εὐχαριστιακή κοινωνία.
Καί ὅτι οἱ ἐσπερινοί ἥλιοι πού δυναμιτίζουν τή δύση καί τή δύση μας,
σάν μεταφυσικά πτηνά φωλιάσαν στά φυλλώματά της,
συνάξαν τίς πυρακτωμένες φωτοδροσιές καί μετουσίωσαν τό φτέρωμα σέ καρπό
γιά νά γευτεῖς τόν ἐνυλωμένο λόγο τοῦ θαύματος.
«Πιστεύω γενικότερα ὅτι πρέπει νά εἶναι παραπλανητικό ν’ ἀποσπάσει κανείς
μιάν ὁρισμένη ἔκφραση ἀπό τό ὑλικό πού τήν ἐγέννησε,
γιά νά τή μεταφέρει σ’ ἕνα ἄλλο ὑλικό πού μοιραῖα τῆς εἶναι ξένο» (Γ.Σεφέρης).
Γράφοντας λοιπόν μειώνω τήν παραχώρηση τοῦ βιώματος.
Ἀπουσιάζει ἀπό αὐτό ἡ ἀναπνοή σου.
Πρέπει νά ἐνωτιστεῖς τήν παρουσία γιά νά νιώσεις τή φωνή της.
Ἴσως τήν καταγράψεις μέ ἄλλα ἀνοίγματα λέξεων.
Οἱ λέξεις ὅμως ὅταν φτάσεις στό «σωστό διάβασμα» (Ν.Γ.Πεντζίκης)
εἶναι τά εὐλογημένα μυρμήγκια πού μποροῦν «νά ἐπικαλεστοῦν τόν Κύριο σέ βοήθεια» (Ν.Γ.Πεντζίκης).



Γυρίζουν οἱ ἐποχές.
Ἀμέριμνες σάν παιδιά, δυνατές σάν παλληκάρια ἤ μυστηριακές σάν παρθένες,
νύφες πού γνέφουν γιά νά ἐπισκεφτοῦν καί νά ἐπιστεφοῦν ἀπό τήν εὐγένεια τῆς ἀναπνοῆς σου.
Ὕλη λεπτή, ὕλη πνοῆς. Μέ αὐτή βηματίζει ἡ αἰωνιότητα.
«Ἄς λάβουμε συνείδηση τῆς πνοῆς μας»(Πεντζίκης).
Ἄς μήν προσπερνοῦμε τή ζωή μας.
Διψοῦν ὅσα σιγοῦν.
Διψοῦν τήν προσοχή καί τήν προσευχή μας.
Διψοῦν τήν ὁλάνθιστη ἀναγωγή τῆς παρουσίας (μας) σέ δέντρο εὐχῆς.
Ὁ αἰγύπτιος βασιλιάς Θαμοῦς ἀμφισβητεῖ τά πλεονεκτήματα τῆς γραφῆς (Πλάτωνος Φαίδρος. Μτφρ. Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος. [1948] 2000.)
Δημοσιεύθηκε : Πέμπτη, 08 Ιούνιος 2017 14:23 | Γράφτηκε από τον/την K. Αθηνιώτη - Παπαδάκη | Εκτύπωση | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο | Εμφανίσεις: 314


"ΣΩ. Έχω να ειπώ ό,τι άκουσα από τους παλιούς, κι αν είναι αλήθεια, αυτοί το ξέρουν.
Αν όμως ευρίσκαμε μόνοι μας την αλήθεια, άραγε θα μας έμελε καθόλου πια για τις ανθρώπινες δοξασίες;
ΦΑΙ. Γελοίο πράγμα ρώτησες. Μα πες αυτά που λες πως έχεις ακουστά.
ΣΩ. Άκουσα λοιπόν, πως γύρω εκεί στη Ναύκρατιν, στην Αίγυπτο, υπάρχει ένας από τους παλιούς θεούς του τόπου• αυτού είναι και το ιερό πουλί που το λένε Ίβι. Και του ίδιου του θεού το όνομα είναι Θεύθ. Κι αυτός πρώτος βρήκε και τον αριθμό και την αρίθμηση και τη γεωμετρία και την αστρονομία, ακόμα και το παιχνίδι με τους πεσσούς και το παιχνίδι με τους κύβους και ακόμα και τα γράμματα.

Και τον καιρό εκείνο ήτανε βασιλιάς σ' όλη την Αίγυπτο ο Θαμούς κι έμενε στη μεγάλη πόλη του επάνω τόπου, που οι Έλληνες την ονομάζουν Αιγυπτιακές Θήβες, και το θεό τον ονομάζουν Άμμωνα•σ' αυτόν ήλθε ο Θεύθ κι έδειξε τις τέχνες του και είπε, ότι πρέπει να διαδοθούν στους άλλους Αιγύπτιους. Κι ο βασιλιάς ρώτησε, ποια ωφέλεια έχει κανείς από την καθεμιά. Κι ενώ εκείνος τα εξηγούσε, ο βασιλιάς ό,τι νόμιζε πως το έλεγε καλά, ό,τι νόμιζε πως το έλεγε άσχημα, το ένα το έψεγε, το άλλο το επαινούσε. Πολλά λοιπόν για την κάθε τέχνη χωριστά καλά και κακά λένε πως ο Θαμούς είπε στο Θεύθ, και θα πολυλογούσαμε, αν τα λέγαμε ένα–ένα. Και όταν ήρθανε στα γράμματα: «Τούτο δα το μάθημα βασιλιά μου», είπεν ο Θεύθ, «θα κάμη τους Αιγύπτιους πιο σοφούς, και το μνημονικό τους πιο καλό, γιατί για τη μνήμη και για τη σοφία βρέθηκε το φάρμακο». Ο βασιλιάς όμως είπε: «Πολύτεχνε Θεύθ, άλλος έχει τη δύναμη να γεννάη τις τέχνες, κι άλλος πάλι να κρίνη πόσο θε να βλάψουν και θε να ωφελήσουν εκείνους που μέλλουν να τις μεταχειρισθούν. Και συ τώρα, σαν πατέρας των γραμμάτων, από εύνοια είπες το αντίθετο απ' εκείνο που αυτά μπορούν. Γιατί τα γράμματα στις ψυχές εκείνων που θα τα μάθουν, θα φέρουν λησμονιά, μια και αυτοί θα παραμελήσουν τη μνήμη τους, γιατί από εμπιστοσύνη στη γραφή θα φέρνουν τα πράγματα στη μνήμη τους απ' έξω με ξένα σημάδια, όχι από μέσα από τον εαυτό τους τον ίδιο. Ώστε δεν ευρήκες το φάρμακο για τη μνήμη την ίδια, αλλά για το να ξαναφέρνης κάτι στη θύμηση. Κι από τη σοφία δίνεις στους μαθητές σου μια δόκηση, κι όχι την αλήθεια∙ γιατί έχοντας πολλά ακούσει χωρίς να τα διδαχθούνε θάχουν τη γνώμη πως ξέρουνε πολλά, ενώ είναι ανίδεοι στα πιο πολλά και φορτικοί στη συντροφιά τους, και θα έχουν γίνει αντίς σοφοί δοκησίσοφοι."


Ὑπομνηματίζει τούτη ἡ σημαντική συνομιλία μιά χαμένη συνειδητότητα.
Τό ὅτι ὁ ἀληθινός λόγος δέν εἶναι προϊόν μελέτης ἀλλά μετοχῆς στήν ὕπαρξη.
Τό «γράμμα πού ἀποκτείνει» σέ ἀντίθεση μέ τό «πνεῦμα πού ζωοποιεῖ»
καταδικάζει τούς ἀνθρώπους νά ζοῦν σ ἕνα χῶρο ἐξωτερικό τῆς βαθιᾶς καρδιᾶς
δίχως νά τό ἀντιλαμβάνονται ἀφοῦ δέν συνειδητοποιοῦν τή διαφορά τῆς δοξασίας ἀπό τήν ἀλήθεια.

Ἡ ἀξία τοῦ γράμματος βρίσκεται στό ὅτι καθιστᾶ παρόντα τόν παρελθόντα χρόνο,
στό ὅτι συναθροίζει τήν ὡρίμανση τῆς ἀνθρώπινης συνειδητότητας
ὥστε «νά εἶναι παιδιά πολλῶν ἀνθρώπων τά λόγια μας» (Σεφέρης).
Τό γράμμα εἶναι ἡ σκυτάλη τοῦ πνεύματος πού παραδίδεται στίς ἐπόμενες γενεές.



Ὅμως ὁ ἀληθινός λόγος πηγάζει ἀπό καταβύθιση στή βαθιά καρδιά.
Ἐδῶ οἱ ἔξω καί οἱ ἔσω πνοές ὅλου τοῦ κόσμου θά συγκεραστοῦν
καί θά ζυγιαστοῦν στή θεία πνοή πού ζωοποιεῖ τήν ὕπαρξη,
δίνοντας λόγο, δηλαδή τρόπο πού ἐπισυνάπτει τά ἐστώτα καί ρέοντα μέ τά ἔσχατα καί ἀεί ζέοντα.

«Ἐν εἰρήνη βαθεία» ἡ ζέση τῆς καρδιᾶς δίνει στά πράγματα τοῦ κόσμου
τήν εὐκαιρία νά κινηθοῦν μέσα της ὅπως μέσα στόν κῆπο τοῦ Παραδείσου.
Ὁ χρόνος γίνεται ὕλη πού ἀναφέρεται στήν ἄχρονη σπουδή τῆς χάριτος.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα ζωοποιεῖ καθιστώντας  παρόντα τά καθολικά καί αἰώνια.

Ἡ ἀληθινή γνώση εἶναι συγχώρεση καί ἀνάσταση.
Συγχώρεση καί ἀνάσταση τῆς πνοῆς τοῦ κόσμου στήν ἱερότητα τῆς ἀναπνοῆς σου.

Ἡ ἀληθινή γνώση εἶναι Σιγή-Νήψη-Μέθεξη ἀπό τή συγκατάβαση τοῦ Αἰωνίου.
Δέν εἶναι κάτι πού πρέπει νά μάθεις ἀλλά κάτι πού πρέπει νά πάθεις
γιά νά φτάσεις στόν φωτισμό ἀπό τίς δωρεές τοῦ μυστηρίου.

YΓ. Ὁ ζωγραφικός πίνακας πού πλαισιώνει τή σελιδα εἶναι ἔργο τοῦ Χρήστου Μποκόρου.

Ἡ ὑπογράμμιση στήν μετάφραση ἔγινε γιά τόν ἐπισυναπτόμενο λόγο.
Ζύγωμα (Νίκος Καρούζος: Πεζά κείμενα)
Δημοσιεύθηκε : Σάββατο, 06 Μάιος 2017 23:55 | Γράφτηκε από τον/την K. Αθηνιώτη - Παπαδάκη | Εκτύπωση | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο | Εμφανίσεις: 232

Κάθε καιρός έχει τα δικά του λεξιλόγια,
πλοκαμισμένα στα προβλήματα που θέτει η ζωή συνολικά.
Βγαλμένα μέσα από τόσες αφετηρίες και διαδικασίες αποδεικτικές
τα διάφορα λεξιλόγια δημιουργούν εκείνα τα φράγματα,
που θα συγκρατήσουν την αλήθεια, που μας επιτρέπουν τη χρήση της.

Η αλήθεια, όμως, είναι συγκλονιστικά «άχρηστη», δε στεγάζεται με τίποτα, κρατώντας μας,
καθώς χύνεται στο θάνατο, σε μιαν αξόδευτη έκπληξη, που δεν μπορεί να χωρέσει στην τρώγλη του λεκτικού.
Σ αυτή μέσα ζούμε δύστυχοι και απροσπέλαστοι, υποτιμώντας την τελειότητα της αναπνοής,
εξασφαλίζοντας το όνομα της ελευθερίας στις χειρότερες αιχμαλωσίες τις πνευματικές.
Οποιοδήποτε λεκτικό υποχρεώνει, χρεώνει και αποσχίζει.
Ανάμεσ’ από δεκαπέντε χιλιάδες καλέσματα το νιώθουν  αυτό στα βάθη τους οι αντιφατικοί, με το δικαίωμα του ωκεανού.
Σήμερα, που τα λεξιλόγια του πνεύματος έγιναν από κάθε άλλη φορά πιο περίπλοκα και λεπτολογημένα,
σήμερα που οι μακαρίτισσες αποστάσεις προοιωνίζουν το συχωρεμένο αεροπλάνο,
μπορούμε να επισημάνουμε  την παράλληλη τάση για ξεπέρασμα των περιπετειών του λεκτικού.
Και, βέβαια, η ποίηση, με ατράνταχτη απελπισία, διδάσκει την εκτυφλωτική ελευθερία των συμβόλων
και όλων των εκφραστικών αξιοπρεπειών, των απελευθερωτικών συνδυασμών, την ελαστικότητα του γ λ ω σ σ  ι κ ο ύ  δ υ ν α μ ι σ μ ο ύ.
Σήμερα η κατανάλωση θριαμβεύει σαν κατεύθυνση της ανθρώπινης λαχτάρας,
δημιουργώντας του κόσμου τις εξυπνάδες  προς εξυπηρέτησή της.
Ευεργετικό θά’ τανε το υποστασιακό όργωμα που προκαλεί, η κατανάλωση,
αυτή η γενική ορμή της να περιλάβει και το λεκτικό σε όλες του τις ποσότητες
για ένα δημιουργικό ξεπούλημα, ώστε να κερδίσει απερίσπαστα την αυτοδυναμία του ο άνθρωπος,
που γίνεται πριν από κάθε του ιδιότητα, πριν απ’ την ύπαρξή του την ίδια
στο βαθμό που αυτή σχετίζεται με οποιοδήποτε φιλοσοφικό ή άλλο λεκτικό.
Και βέβαια η ποίηση διδάσκει μια α ι ώ ν ι α  κ α τ α ν ά λ ω σ η των λέξεων,
αποβλέποντας ανάμεσ’ αναρίθμητες, ελεύθερες ισοδυναμίες τους στην  ε ν ό τ η τ α   τ η ς  ε κ π λ ή ξ ε ω ς.
Έχουμε πιστώσει ακατάπαυστα θεωρίες και αντιλήψεις, συστήματα και τρόπους του λογικού,
θέσεις και αντιθέσεις, πειθαρχίες του στοχασμού με αθέλητες παγιδεύσεις σε δόγματα και «ανθρωπισμούς»,
αποξενωτικούς μελλοντισμούς και εναγκαλισμούς ιδεολογιών.
 Εκείνο που πρέπει, ωστόσο, να διαπιστώσουμε είναι
πως ο άνθρωπος υπάρχει α ν ι δ ε λ ό γ η τ ο ς  στην εκθαμβωτική του σημασία,
στο πραγματικό μέγεθος της αυταξίας του, που εκτείνεται σ’ ολάκερο τον ουρανό
για να φανερώσει το μεγαλόπρεπο διανόημα του σώματος και του θανάτου,
χαρίζοντας στην πολύβλαστη γη τις αθανασίες του έαρος,
την αινιγματική και άχρονη ώρα που η θεοπρεπής χειρονομία της ψυχής
βυθίζεται ολοφάνερη στις φλόγες όπου καίγεται η ματαιότητα και ανασύρει την καρδιά του σύμπαντος.
Έτσι, για όλα τα λεξιλόγια του πνεύματος μπορούμε να επαναλάβουμε τη φράση του κ. Martin
στη Φαλακρή τραγουδίστρια του Ionesco,
τη συνδυάζουσα με όλη την ανωτερότητα της ανθρώπινης παρουσίας
τη γενναιόφρονη εναλλαγή και μαγγανεία του γλωσσικού σκοπού:
Le pain est un arbre tandis que le pain est aussi un arbre.
“Tό ψωμί είναι ένα δέντρο, ενώ το ψωμί είναι ένα άλλο δέντρο».
Ἀντλώντας ἀπό τή «Στέρνα» τοῦ Γιώργου Σεφέρη
Δημοσιεύθηκε : Δευτέρα, 06 Μάρτιος 2017 11:40 | Γράφτηκε από τον/την K. Αθηνιώτη - Παπαδάκη | Εκτύπωση | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο | Εμφανίσεις: 511


«...ἡ ἔρημος εἶναι στήν καρδιά τοῦ ἀδελφοῦ σας.
Ὁ ἀγαθός ἄνθρωπος χτίζει ,ἄν χτίζει, τό καλό.
...Τή θέλησή σας κάντε τέλεια.
Ἐλάτε νά σᾶς δείξω τή δουλειά τοῦ ταπεινοῦ. Ἁκοῦστε.
...Τό νόημα χτίζουμε:
Μιά Ἐκκλησία γιά ὅλους
γιά τόν καθένα μιά δουλειά
καθένας ἐπί τό ἔργο του.

Ἔτσι λοιπόν οἱ πατεράδες σας
ἔγιναν συμπολίτες τῶν ἁγίων καί τοῦ σπιτικοῦ τοῦ
ΘΕΟΥ,
χτισμένου στά θεμέλεια
τῶν ἀποστόλων καί τῶν προφητῶν, μέ τόν Ἰησοῦ
Χριστό κύρια κολόνα.» (Τ. S. ELIOT)

Ὅλα ξεκινοῦν ἀπό τίς φτερούγες αὐτῶν πού ἀγαποῦν.
Μέ προτροπή τοῦ πολύτιμου φίλου Πάνου Τσεπενέκα ἔσκυψα στήν «Στέρνα».
Ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος τήν ἀναφέρει στό «Χαμένο Κέντρο» ὡς τό πνευματικότερο ποιήμα τοῦ Γιώργου Σεφέρη.


«Ἔχουμε μπεῖ γιά καλά στήν περίοδο τῆς μηχανοκίνητης βλακείας,
τῆς μηχανοκίνητης ψευτιᾶς καί τῆς μηχανοκίνητης αὐτοκαταστοφῆς». (ΣΕΦΕΡΗΣ:ΓΡΑΜΜΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΦΙΛΟ).
Χρόνια πνευματική ἀναβροχιά. Ἐπικίνδυνη λοιμική ἀπό ἔλλειψη ὕδατος ζῶντος.
«Μά ἐδῶ στό χῶμα ρίζωσε μιά στέρνα» λέει ὁ ποιητής.
Τί ἐπιθυμεῖ νά ὑπομνηματίσει στίς ἀποστεγνωμένες διάνοιές μας ;
Τό «κρυφό νερό» τοῦ βαπτίσματος, τά «ἠχερά βήματα» τῆς καμπάνας,
τά σημάδια «τῆς μεγάλης μέρας» τῆς αἰωνιότητας,
τήν «ἤμερη ζεστασιά» ἀπό τή ζέση τῆς χάριτος,
τό «κρυφό κορμί» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
τόν «σκληρό ἀδερφό» τόν θάνατο,
τήν ἔξοδο ἀπό τή «γνώση καί τήν πείνα» τοῦ δέντρου τῆς γνώσεως,
τήν «Μεγάλη ἀγάπη κι ἄχραντη» τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐνσαρκώσεως,
τήν ἐλπίδα «στά μάτια σφηνωμένη μέ τίς φλόγες» τοῦ ἀναστάσιμου φωτός
πού «διδάσκει τή σιγή» τῆς νηπτικῆς εἰρήνης.
Δέν ξεχωρίζει, λοιπόν, τυχαῖα ὁ Λορεντζάτος τό ποιήμα αὐτό.
Ἡ «Στέρνα» καταδεικνύει τό χαμένο μας κέντρο.

Ὅ,τι ἔχει ἀλήθεια τό φυλάττει ἡ μνήμη τοῦ σύμπαντος.
Ἐνυδατωμένη ,χάρις στόν ποιητή, ἀπό τό «κρυφό νερό»
γράφω, σάν νά ἀνάβω ἕνα μικρό κερί·
«εἶναι καιρός νά ποῦμε τά λιγοστά μας λόγια
γιατί ἡ ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά»(ΣΕΦΕΡΗΣ:ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Α΄).


ΦΩΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΣΤΕΡΝΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΟΣ
(ἀντλώντας ἀπό τή «Στέρνα» τοῦ Γ.Σεφέρη)

Τήν ἀνάσα ποντίζει ἀνήλια, συναίσθημα βάρους.
Ὁ σκληρός ἀδερφός τρομάζει τή μεγάλη μέρα τῆς πνοής μας.
Παλεύει ὁ ἁδρός κόρφος τῆς μνήμης νά γλυκάνει τοῦτο τό στενό αὐλάκι
ὅπου τό πικρό δέντρο τῆς γνώσης δέσμιους μᾶς σέρνει στήν ἄγρια πείνα.
Τοῦτα τά κορμιά,κρυφό κορμί τά φορᾶ ἀλλά δέ νιώθουν.
Τό μαῦρο χῶμα τίς μαῦρες ρίζες τρώει, ἐνῶ τό κύμα τῆς ἀναπνοῆς
πού ἀπό θεῑα ἀνοίχτηκε πνοή, σκύβει σά διψασμένο ρόδο στή στέρνα τήν εὐλογημένη.
Ἐδῶ ὅλα τά φθαρτά τοῦ χρόνου φῶτα σέ στέρεα συγκλίνουν ἅλω
 νά καθρεφτίζεται ἡ ψυχή στήν κλήση της.
Ἡ κλήση σκέπει τή στέρνα.
Σήμαντρα σφηνώνουν στά μάτια τήν ἀναστάσιμη ἐλπίδα
καί ὅραση δίνουν στό χῶμα τό νεκρό τῆς θείας φλόγας τά σημάδια.
Συντετριμμένοι ἴσκιοι τά πλήθη τοῦ θανάτου συνοδεύουν.
Βήματα Θεοῦ ἀργά, πρόσωπα πού πουκάμισο ἀλλάζουν.
+++++++++++++++++++++++++++
Δέν θωρεῖ ὁ θνητός ἀθανασία
κι ὑφαίνει θάνατο μ’ἀγάπη τραγική
μά διυλίζει τή φλογισμένη πολιτεία
σήμαντρο εἰρήνης νηπτικῆς.


Ὑπόμνημα στοχασμοῦ:

Στά χρόνια τοῦτα τά τυφλά, τά περίκλειστα ἀπό τή γερασμένη ἀρρώστια τῆς ἔπαρσης,
φίδι στόν κόρφο μας πού ἀκόμη ἐπιμένει νά γίνουμε θεοί
καί ἀνελέητα ἀδειάζει τή θεῖα πνοή ἀπ’ τήν πνοή μας,
σέ τοῦτα τά χρόνια τά χαλκόσπλαχνα πού τά φρουροῦν
τῆς λήθης καί τῆς φθορᾶς οἱ μαῦρες Συμπληγάδες,
στήν πικρή ἀνάγκη βρέθηκε ὁ ποιητής νά δώσει τή στέρνα ὡς μοντέλο
τῆς Μεγάλης καί Ἄχραντης Ἀγάπης πού μᾶς σώζει.
Στέρνα αἰωνιότητος στό χάρτη τῆς πόλης θά βρεῖς τήν Ἐκκλησία
νά ὑπομνηματίζει τήν ἱερή σιωπή τῆς κλήσης
πού ἐπιστρέφει στήν ἀκυβέρνητη πολιτεία τή φωνή τῆς πατρίδας.

Ἐπιτρέψτε τώρα, σέ μένα τόν ἐλάχιστο πρίν ἐπιστρέψω στή σιωπή,
νά γνέψω μέ τό μαντήλι τοῦ ποιητή ἀπό τό «ΓΡΑΜΜΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΦΙΛΟ» τόν χαιρετισμό:

Δικός σου
ΚΑΤΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΙΩΤΗ-ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Μονοκαρυά
Σαρακοστή 2017,Τῶν ἐν Ἀμορίῳ 42 μ., Εὔρεσις Τιμίου Σταυροῦ
Τά ὅρια τοῦ λόγου ὑπερβαίνουν τά ὅρια τῆς γλώσσας.
Διότι ὁ λόγος δέν εἶναι ἔκφραση ἀλλά τρόπος τοῦ εἶναι.
Γιά αὐτό καί ἀναφερόμενοι στή Δημιουργία μιλᾶμε γιά τούς «λόγους τῶν ὄντων»,
δηλαδή τούς τρόπους πού ὑποστασιάζονται τά ἀγαθά θελήματα τοῦ Θεοῦ.
Ἀναζητώντας τά ὅρια τοῦ ἀλφαβήτου καί τῆς γλώσσας πού οἰκοδομεῖται ἀπό αὐτό,
μετεωριζόμαστε ἀνάμεσα στό σημαίνον τοῦ λόγου καί στήν ὀντότητα τοῦ σημαινομένου.

Δέν ἐξαντλεῖται στή λέξη «φῶς» ἡ πραγματικότητα τοῦ φωτός,
παρά μονάχα διαμέσου τῆς λέξης σημαίνεται, ἀνάλογα μέ τό εὔρος τῆς ἀντιληπτικῆς ἱκανότητας
καί τόν ὑπαρξιακό φωτισμό τῆς ὕπαρξης. Ἄν στήν ἀντίληψή μας χωροῦν ἐκτός ἀπό ὑλικές
καί πνευματικές ποιότητες, ἡ γλώσσα θά διασταλλεῖ ἀνάλογα γιά νά τίς χωρέσει.
Ἔτσι ἡ λέξη φῶς μπορεῖ νά σημαίνει τό κτιστό ἡλιακό φῶς ἀλλά καί τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ.
Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ μιά γλώσσα, ἕνα ἀλφάβητο γιά νά ὀνομάσει τόν κόσμο,
αὐτό δέν σημαίνει πώς ὁ κόσμος αὐτός δέν διαθέτει τό δικό του κεκρυμμένο ἀλφάβητο,
ἤ πιό εὔστοχα, πώς δέν ἀποτελεῖ ὁ ἴδιος τό ἱερό ἀλφάβητο τῆς Δημιουργίας.
Μέσα ἀπό τόν συλλαβισμό τῆς κτίσης, συλλαβίζοντας τούς λόγους τῶν ὄντων, γνωρίζουμε τόν Κτίστη.
«Ἄ μά γιατί λοιπόν ὡς τώρα εἴχαμε δώσει μιά γλώσσα μονάχα στόν κόσμο,
γιατί τοῦ ‘χαμε δώσει ἕνα μονάχα τρόπο νά ἐκφραστεῖ;
Γιατί τοῦ ’χαμε καταλογίσει μιάν ὄψη μονάχα, κι ἐκείνη κομματιασμένη, ἀνάπηρη,
μετρημένη πάνω στή λογική μας,
καί τήν εἴχαμε ὀνομάσει ὡραῖα ὡραῖα «πραγματικότητα»; 
καί ...δέν ἐπιτρέπαμε τίποτα πού νά τήν ὑπερβαίνει.» (ΕΛΥΤΗΣ)
Νά πώς οἰκοδομήθηκε ἡ Βαβέλ τοῦ πολιτισμοῦ μας .
Ἡ γλώσσα πού μᾶς δόθηκε ἀπέκλεισε ἐξ ἀρχῆς τόν συλλαβισμό τῆς πραγματικότητας.
Ἐξόρισε τούς ὀντολογικούς φθόγγους τοῦ λόγου
καί μαζί ὅλο τό βάθος τῆς σιωπῆς μές τήν ὁποῖα ἀναπνέει ἡ ὕπαρξη.
Ὅμως ὁ ἀληθινός λόγος εἶναι πρωταρχική μαθητεία σιωπῆς καί ὄχι ἀλφαβήτου.
Πρέπει πρῶτα νά ἀκούσει ἡ καρδιά -ὁ ἐν τῆ καρδία νοῦς-καί μετά νά ὁμολογήσουν τά χείλη.
Ἀνυποψίαστοι παγιδευτήκαμε καί συνηθίσαμε, αἰώνες τώρα, στά ὅρια τοῦ συμβατικοῦ ἀλφαβήτου
ὥσπου τελικά κουφαθήκαμε καί φτάσαμε στό σημεῖο
οὔτε κάν νά ὑποπτευόμεθα ὅτι καί μές στό τίποτα λειτουργεῖ μιά γλώσσα.
«Καί μέσα στό τίποτα ὑπάρχει μιά γλώσσα
Περισσεύει τό φῶς καί μέσα στό τίποτα
Καί ρέει πρός τά ἔξω
..προσπαθὠ νά ἀποκτήσω μιά ἐπαφή μέ τό φῶς.»( ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ)
Φαίνεται πώς κάτι διαισθάνονται οἱ ποιητές καί προσπαθοῦν νά νήψουν τόν στραβισμό τῆς ἀντίληψης .
Οἱ ποιητές «οἱ ἀπόβλητοι ἀπό τίς ἀγορές τοῦ αἰώνος»(ΕΛΥΤΗΣ).
Ποιά «καταναλωτικά ἀγαθά»; Τό ἀγαθό δέν εἶναι πρός κατανάλωση ἀλλά πρός κοινωνία.
Δέν εἴμαστε ἐδῶ γιά νά καταναλώσουμε καί νά ἁλώσουμε τή Δημιουργία.
«Τοῦ οἴκου σου πρέπει ἁγίασμα Κύριε εἰς μακρότητα ἡμερῶν».
Εἶναι πτωτική ἡ βαθμίδα τοῦ «πράσινου καταναλωτή». Ἡ τοξική συνειδητότητα ἀναπόφευκτα μολύνει.
Ἡ καθαρή συνείδηση εἶναι ἐκείνη πού ὄχι ἁπλῶς δέν μολύνει,
ἀλλά φυσική κίνηση ἔχει πῶς θά ἁγιάσει τόν κόσμο.
Πῶς θά τοῦ ἀφαιρέσει τή φθορά καί τόν θάνατο μέ τή μετοχή του στό ἀναστάσιμο θεῖο σῶμα.
Κάνοντας τήν ὕπαρξη λόγο, δηλαδή ἀναβαθμό Παραδείσου.
Ὁ σύγχρονος ἀστός ὁ ἐγκλωβισμένος καί παγιδευμένος
στά τεχνολογικά καί ἠλεκτρονικά περιβάλλοντα
δέν ἀποβλέπει πιά πρός μιά ἄνω κίνηση, ἀλλά πρός μία ἀλλότρια οἴηση.
Ἀποστερεῖται ἀπό τήν ἀληθινή ἄνω θρώσκουσα φύση του.
Ἀποστειρώθηκε ἀπό τούς φθόγγους τῆς κτίσεως και παραδόθηκε στόν
«ἴλιγγο τοῦ ἐρεβώδους τεχνολογικοῦ διονυσιασμοῦ τῆς ἱστορίας» (ΚΑΡΟΥΖΟΣ).
«Ποιός... πῶς καί γιατί καταφέρνει, τό μέρος τῆς ζωῆς, τό φαῖνον, τό μή θολούμενον, 
νά τό καθιστᾶ σχεδόν ἀόρατο γιά τούς ἄλλους;
Γιατί καί πῶς τούς πείθει νά μήν κάνουν μιά ἁπλή κίνηση
ἔστω, μιά στροφή τῆς κεφαλῆς, πού θά μποροῦσε νά σημαίνει 
καί στροφή τοῦ κόσμου ὁλόκληρου; (ΕΛΥΤΗΣ)
Ἔτσι ὅμως:
«Ὑποκοιμόμαστε
Ὑποξυπνᾶμε
Ὑποσκεφτόμαστε
Ὑπογράφουμε
Ὑποζοῦμε στό ὑπνοδωμάτιό μας» (ΜΟΝΤΗΣ)
Ὑποκοινωνοῦμε ἀδειασμένοι ἀπό κάθε λόγο
Ὑποκατοικοῦμε γλῶσσες ἄλογες χῶρες.
Ραγισμένοι καθρέφτες πού ἀδυνατοῦν νά συλλάβουν καί νά ἀντανακλάσουν
τήν ἀναστημένη ὁλότητα τοῦ καθολικοῦ.
«Χῶρες τοῦ ἥλιου καί δέν μπορεῖτε ν’ἀντικρύσετε τόν ἥλιο
Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καί δέν μπορεῖτε ν’ἀντικρύσετε τόν ἄνθρωπο». (ΣΕΦΕΡΗΣ)
Πανταχοῦ ζέει.
Δημοσιεύθηκε : Σάββατο, 28 Ιανουάριος 2017 15:17 | Γράφτηκε από τον/την K. Αθηνιώτη - Παπαδάκη | Εκτύπωση | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο | Εμφανίσεις: 305


Ἡ ἐπικοινωνία προϋποθέτει ἕνα νόημα. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ γλώσσα δομήθηκε μέ βάση τό νόημα.
Δέν ὑπάρχει λέξη ἤ ἐκφραστικός τρόπος κενός νοήματος. Οὔτε ὑπάρχει λέξη μέ αὐτονομημένη δυναμική. 
Διότι κάθε λέξη δηλώνει σχέση.

Κάθε λέξη προήλθε ἀπό τή σχέση μας μέ τήν πραγματικότητα, 
μεταφέρει τό ὕψος καί τό βάθος τῆς ἀντιληπτικῆς μας ἱκανότητας,
σημαίνει τά πράγματα ἐνῶ ταυτόχρονα ἔχει μιά ἀποφατική δυναμική 
ἐπειδή δέν περιχαρακώνει στό νόημα τήν ὀντολογική διάσταση τοῦ ὀνομαζομένου.
Προκειμένου νά προσεγγίσει τήν εὐρύτητα αὐτῆς τῆς προοπτικῆς, 
προκειμένου νά ὀνομάσει ἐν ἀληθεία τά πράγματα
καί ὅσο τό δυνατόν πληρέστερα, εἶναι ἀναγκασμένη νά ὑπάρχει σέ σχέση μέ ὅλες τίς ὑπόλοιπες λέξεις, 
δηλαδή μέ ὅλες τίς ἐννοιολογικές προεκτάσεις 
πού προσκομίζει ἡ βιωματική καί ἁγιοπνευματική ἀσκητική τοῦ βίου μας.
«Εἶναι παιδιά πολλῶν ἀνθρώπων τά λόγια μας»(Σεφέρης). 
Ὁ λόγος ἐνηλικιώνεται ὅπως καί ὁ ἄνθρωπος.
Ἡ γλώσσα ὅμως ἔχει τήν ἡλικία τῆς ἀνθρωπότητας.
Μέσα στό χρόνο σμιλεύτηκε ἡ ἔκταση καί ἡ ἔνταση τῆς δυναμικῆς της. 
Δέν εἶναι ποτέ μιά γλώσσα «μένουσα» ἀλλά πάντα μιά γλώσσα «μέλλουσα»,
ἀφοῦ οἱ καιροί ἀπαιτοῦν νά ὀρθοτομεῖται τό εὔρος τῆς ἀλήθειας πού μποροῦν νά συλλάβουν. 
Ἡ γλώσσα ἀντικατοπτρίζει τόν λόγο τῆς ὕπαρξης. Ὅσο βαθαίνει ἡ ὕπαρξη βαθαίνει καί ἡ γλώσσα. 
Καί βαθαίνοντας ὁ λόγος βαθμιαῖα ἐκτείνεται 
ἀπό τούς λόγους τῶν ὅντων στόν Θεό Λόγο δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο. 
Ἔτσι οἱ λέξεις ἀποκτοῦν σιγά σιγά μιά ἀναγωγική σχεσιοδυναμική λειτουργία, 
σηματοδοτοῦν μιά μεθεκτική κοινωνία
καί ἐνῶ ξεκίνησαν νά ἐκφράζουν μόνο ὁρατές πραγματικότητες,
 μπορούν νά σηκώσουν καί πνευματικές ποιότητες. 
Πλουταίνει τό νόημα.

Ὅμως ἐπειδή στά χρόνια μας ἐπτωχεύσαμε 
ἀπό τήν τριβή μέ τά τῆς χρείας καί τά τῆς ἔπαρσης 
καί χάνοντας τήν ἀλήθεια μας χάσαμε καί τό νόημα, 
ξαναπαίρνουμε πάλι τό μονοπάτι πρός τήν πηγή
γιά νά ξαναγευτοῦμε καθαρή καί κρυστάλλινη τήν κάθε λέξη, 
ὥστε νά ἀνασυλάβουμε πάλι τό πρῶτο νόημα
καί νά ξεδιψάσουμε ἀπό τή γάργαρη ροή ὄχι ἁπλῶς τοῦ νοήματος 
ἀλλά τοῦ σπέρματος τῆς ζωῆς, τοῦ μυστηρίου πού ἀέναα 
μᾶς κυοφορεῖ καί μᾶς καλεῖ πρός μετοχή καί κοινωνία.
«Γιά ἄλλους οἱ λέξεις δέν κοστίζουν τίποτε, γιά ἄλλους εἶναι ζωή» ( Ἐλύτης). 
Οἱ λέξεις δέν εἶναι εὔκολες. 
Οἱ λέξεις εἶναι οἱ ἐρωμένες τοῦ ἀπείρου, οἱ ἀναπνοές τοῦ ἀνείπωτου.
Κοντά στό «τά πάντα ρεῖ» ὑπάρχει καί τό πανταχοῦ ζέει θεία πνοή. 
Διαχρονικά πορευόμενοι συλλαμβάνουμε τά ὠκεάνια μπουγάζια τῆς καθολικότητας, 
τά ἀενάως ρέοντα καί ζέοντα καί εὐτυχοῦμε μόνο ὅταν τά ὀνομάζουμε. 
Σά φύλακας ἄγγελος ἡ γλώσσα διακονεῖ τό βίο μας, τόν ἀνασηκώνει ἀναστάσιμα,
ἐκεῖ πού οἱ ἀντιθέσεις γίνονται ἀφορμή γιά πληρέστερες συνθέσεις.
«Ὅταν ἀνάβεις τό κερί καί ξεκλειδώνεις τόν Κῆπο
τοῦ χρόνου τό χῶμα, ἔδαφος γίνεται Θεοῦ».
Οἱ λέξεις, τά παράξενα αὐτά λιγνά κεράκια πού ἀνάβει ἡ συνείδηση
 γιά νά ἐκκλησιαστεῖ στήν ἀπεραντοσύνη τοῦ σύμπαντος. 
Λέξεις ἀπό τό ἀντίδωρο τῆς κλήσης μας μές τήν ἱερή σιωπή τοῦ Παραδείσου.