.

.

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2017

Ζύγωμα (Νίκος Καρούζος: Πεζά κείμενα)
Δημοσιεύθηκε : Σάββατο, 06 Μάιος 2017 23:55 | Γράφτηκε από τον/την K. Αθηνιώτη - Παπαδάκη | Εκτύπωση | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο | Εμφανίσεις: 232

Κάθε καιρός έχει τα δικά του λεξιλόγια,
πλοκαμισμένα στα προβλήματα που θέτει η ζωή συνολικά.
Βγαλμένα μέσα από τόσες αφετηρίες και διαδικασίες αποδεικτικές
τα διάφορα λεξιλόγια δημιουργούν εκείνα τα φράγματα,
που θα συγκρατήσουν την αλήθεια, που μας επιτρέπουν τη χρήση της.

Η αλήθεια, όμως, είναι συγκλονιστικά «άχρηστη», δε στεγάζεται με τίποτα, κρατώντας μας,
καθώς χύνεται στο θάνατο, σε μιαν αξόδευτη έκπληξη, που δεν μπορεί να χωρέσει στην τρώγλη του λεκτικού.
Σ αυτή μέσα ζούμε δύστυχοι και απροσπέλαστοι, υποτιμώντας την τελειότητα της αναπνοής,
εξασφαλίζοντας το όνομα της ελευθερίας στις χειρότερες αιχμαλωσίες τις πνευματικές.
Οποιοδήποτε λεκτικό υποχρεώνει, χρεώνει και αποσχίζει.
Ανάμεσ’ από δεκαπέντε χιλιάδες καλέσματα το νιώθουν  αυτό στα βάθη τους οι αντιφατικοί, με το δικαίωμα του ωκεανού.
Σήμερα, που τα λεξιλόγια του πνεύματος έγιναν από κάθε άλλη φορά πιο περίπλοκα και λεπτολογημένα,
σήμερα που οι μακαρίτισσες αποστάσεις προοιωνίζουν το συχωρεμένο αεροπλάνο,
μπορούμε να επισημάνουμε  την παράλληλη τάση για ξεπέρασμα των περιπετειών του λεκτικού.
Και, βέβαια, η ποίηση, με ατράνταχτη απελπισία, διδάσκει την εκτυφλωτική ελευθερία των συμβόλων
και όλων των εκφραστικών αξιοπρεπειών, των απελευθερωτικών συνδυασμών, την ελαστικότητα του γ λ ω σ σ  ι κ ο ύ  δ υ ν α μ ι σ μ ο ύ.
Σήμερα η κατανάλωση θριαμβεύει σαν κατεύθυνση της ανθρώπινης λαχτάρας,
δημιουργώντας του κόσμου τις εξυπνάδες  προς εξυπηρέτησή της.
Ευεργετικό θά’ τανε το υποστασιακό όργωμα που προκαλεί, η κατανάλωση,
αυτή η γενική ορμή της να περιλάβει και το λεκτικό σε όλες του τις ποσότητες
για ένα δημιουργικό ξεπούλημα, ώστε να κερδίσει απερίσπαστα την αυτοδυναμία του ο άνθρωπος,
που γίνεται πριν από κάθε του ιδιότητα, πριν απ’ την ύπαρξή του την ίδια
στο βαθμό που αυτή σχετίζεται με οποιοδήποτε φιλοσοφικό ή άλλο λεκτικό.
Και βέβαια η ποίηση διδάσκει μια α ι ώ ν ι α  κ α τ α ν ά λ ω σ η των λέξεων,
αποβλέποντας ανάμεσ’ αναρίθμητες, ελεύθερες ισοδυναμίες τους στην  ε ν ό τ η τ α   τ η ς  ε κ π λ ή ξ ε ω ς.
Έχουμε πιστώσει ακατάπαυστα θεωρίες και αντιλήψεις, συστήματα και τρόπους του λογικού,
θέσεις και αντιθέσεις, πειθαρχίες του στοχασμού με αθέλητες παγιδεύσεις σε δόγματα και «ανθρωπισμούς»,
αποξενωτικούς μελλοντισμούς και εναγκαλισμούς ιδεολογιών.
 Εκείνο που πρέπει, ωστόσο, να διαπιστώσουμε είναι
πως ο άνθρωπος υπάρχει α ν ι δ ε λ ό γ η τ ο ς  στην εκθαμβωτική του σημασία,
στο πραγματικό μέγεθος της αυταξίας του, που εκτείνεται σ’ ολάκερο τον ουρανό
για να φανερώσει το μεγαλόπρεπο διανόημα του σώματος και του θανάτου,
χαρίζοντας στην πολύβλαστη γη τις αθανασίες του έαρος,
την αινιγματική και άχρονη ώρα που η θεοπρεπής χειρονομία της ψυχής
βυθίζεται ολοφάνερη στις φλόγες όπου καίγεται η ματαιότητα και ανασύρει την καρδιά του σύμπαντος.
Έτσι, για όλα τα λεξιλόγια του πνεύματος μπορούμε να επαναλάβουμε τη φράση του κ. Martin
στη Φαλακρή τραγουδίστρια του Ionesco,
τη συνδυάζουσα με όλη την ανωτερότητα της ανθρώπινης παρουσίας
τη γενναιόφρονη εναλλαγή και μαγγανεία του γλωσσικού σκοπού:
Le pain est un arbre tandis que le pain est aussi un arbre.
“Tό ψωμί είναι ένα δέντρο, ενώ το ψωμί είναι ένα άλλο δέντρο».
Ἀντλώντας ἀπό τή «Στέρνα» τοῦ Γιώργου Σεφέρη
Δημοσιεύθηκε : Δευτέρα, 06 Μάρτιος 2017 11:40 | Γράφτηκε από τον/την K. Αθηνιώτη - Παπαδάκη | Εκτύπωση | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο | Εμφανίσεις: 511


«...ἡ ἔρημος εἶναι στήν καρδιά τοῦ ἀδελφοῦ σας.
Ὁ ἀγαθός ἄνθρωπος χτίζει ,ἄν χτίζει, τό καλό.
...Τή θέλησή σας κάντε τέλεια.
Ἐλάτε νά σᾶς δείξω τή δουλειά τοῦ ταπεινοῦ. Ἁκοῦστε.
...Τό νόημα χτίζουμε:
Μιά Ἐκκλησία γιά ὅλους
γιά τόν καθένα μιά δουλειά
καθένας ἐπί τό ἔργο του.

Ἔτσι λοιπόν οἱ πατεράδες σας
ἔγιναν συμπολίτες τῶν ἁγίων καί τοῦ σπιτικοῦ τοῦ
ΘΕΟΥ,
χτισμένου στά θεμέλεια
τῶν ἀποστόλων καί τῶν προφητῶν, μέ τόν Ἰησοῦ
Χριστό κύρια κολόνα.» (Τ. S. ELIOT)

Ὅλα ξεκινοῦν ἀπό τίς φτερούγες αὐτῶν πού ἀγαποῦν.
Μέ προτροπή τοῦ πολύτιμου φίλου Πάνου Τσεπενέκα ἔσκυψα στήν «Στέρνα».
Ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος τήν ἀναφέρει στό «Χαμένο Κέντρο» ὡς τό πνευματικότερο ποιήμα τοῦ Γιώργου Σεφέρη.


«Ἔχουμε μπεῖ γιά καλά στήν περίοδο τῆς μηχανοκίνητης βλακείας,
τῆς μηχανοκίνητης ψευτιᾶς καί τῆς μηχανοκίνητης αὐτοκαταστοφῆς». (ΣΕΦΕΡΗΣ:ΓΡΑΜΜΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΦΙΛΟ).
Χρόνια πνευματική ἀναβροχιά. Ἐπικίνδυνη λοιμική ἀπό ἔλλειψη ὕδατος ζῶντος.
«Μά ἐδῶ στό χῶμα ρίζωσε μιά στέρνα» λέει ὁ ποιητής.
Τί ἐπιθυμεῖ νά ὑπομνηματίσει στίς ἀποστεγνωμένες διάνοιές μας ;
Τό «κρυφό νερό» τοῦ βαπτίσματος, τά «ἠχερά βήματα» τῆς καμπάνας,
τά σημάδια «τῆς μεγάλης μέρας» τῆς αἰωνιότητας,
τήν «ἤμερη ζεστασιά» ἀπό τή ζέση τῆς χάριτος,
τό «κρυφό κορμί» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
τόν «σκληρό ἀδερφό» τόν θάνατο,
τήν ἔξοδο ἀπό τή «γνώση καί τήν πείνα» τοῦ δέντρου τῆς γνώσεως,
τήν «Μεγάλη ἀγάπη κι ἄχραντη» τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐνσαρκώσεως,
τήν ἐλπίδα «στά μάτια σφηνωμένη μέ τίς φλόγες» τοῦ ἀναστάσιμου φωτός
πού «διδάσκει τή σιγή» τῆς νηπτικῆς εἰρήνης.
Δέν ξεχωρίζει, λοιπόν, τυχαῖα ὁ Λορεντζάτος τό ποιήμα αὐτό.
Ἡ «Στέρνα» καταδεικνύει τό χαμένο μας κέντρο.

Ὅ,τι ἔχει ἀλήθεια τό φυλάττει ἡ μνήμη τοῦ σύμπαντος.
Ἐνυδατωμένη ,χάρις στόν ποιητή, ἀπό τό «κρυφό νερό»
γράφω, σάν νά ἀνάβω ἕνα μικρό κερί·
«εἶναι καιρός νά ποῦμε τά λιγοστά μας λόγια
γιατί ἡ ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά»(ΣΕΦΕΡΗΣ:ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Α΄).


ΦΩΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΣΤΕΡΝΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΟΣ
(ἀντλώντας ἀπό τή «Στέρνα» τοῦ Γ.Σεφέρη)

Τήν ἀνάσα ποντίζει ἀνήλια, συναίσθημα βάρους.
Ὁ σκληρός ἀδερφός τρομάζει τή μεγάλη μέρα τῆς πνοής μας.
Παλεύει ὁ ἁδρός κόρφος τῆς μνήμης νά γλυκάνει τοῦτο τό στενό αὐλάκι
ὅπου τό πικρό δέντρο τῆς γνώσης δέσμιους μᾶς σέρνει στήν ἄγρια πείνα.
Τοῦτα τά κορμιά,κρυφό κορμί τά φορᾶ ἀλλά δέ νιώθουν.
Τό μαῦρο χῶμα τίς μαῦρες ρίζες τρώει, ἐνῶ τό κύμα τῆς ἀναπνοῆς
πού ἀπό θεῑα ἀνοίχτηκε πνοή, σκύβει σά διψασμένο ρόδο στή στέρνα τήν εὐλογημένη.
Ἐδῶ ὅλα τά φθαρτά τοῦ χρόνου φῶτα σέ στέρεα συγκλίνουν ἅλω
 νά καθρεφτίζεται ἡ ψυχή στήν κλήση της.
Ἡ κλήση σκέπει τή στέρνα.
Σήμαντρα σφηνώνουν στά μάτια τήν ἀναστάσιμη ἐλπίδα
καί ὅραση δίνουν στό χῶμα τό νεκρό τῆς θείας φλόγας τά σημάδια.
Συντετριμμένοι ἴσκιοι τά πλήθη τοῦ θανάτου συνοδεύουν.
Βήματα Θεοῦ ἀργά, πρόσωπα πού πουκάμισο ἀλλάζουν.
+++++++++++++++++++++++++++
Δέν θωρεῖ ὁ θνητός ἀθανασία
κι ὑφαίνει θάνατο μ’ἀγάπη τραγική
μά διυλίζει τή φλογισμένη πολιτεία
σήμαντρο εἰρήνης νηπτικῆς.


Ὑπόμνημα στοχασμοῦ:

Στά χρόνια τοῦτα τά τυφλά, τά περίκλειστα ἀπό τή γερασμένη ἀρρώστια τῆς ἔπαρσης,
φίδι στόν κόρφο μας πού ἀκόμη ἐπιμένει νά γίνουμε θεοί
καί ἀνελέητα ἀδειάζει τή θεῖα πνοή ἀπ’ τήν πνοή μας,
σέ τοῦτα τά χρόνια τά χαλκόσπλαχνα πού τά φρουροῦν
τῆς λήθης καί τῆς φθορᾶς οἱ μαῦρες Συμπληγάδες,
στήν πικρή ἀνάγκη βρέθηκε ὁ ποιητής νά δώσει τή στέρνα ὡς μοντέλο
τῆς Μεγάλης καί Ἄχραντης Ἀγάπης πού μᾶς σώζει.
Στέρνα αἰωνιότητος στό χάρτη τῆς πόλης θά βρεῖς τήν Ἐκκλησία
νά ὑπομνηματίζει τήν ἱερή σιωπή τῆς κλήσης
πού ἐπιστρέφει στήν ἀκυβέρνητη πολιτεία τή φωνή τῆς πατρίδας.

Ἐπιτρέψτε τώρα, σέ μένα τόν ἐλάχιστο πρίν ἐπιστρέψω στή σιωπή,
νά γνέψω μέ τό μαντήλι τοῦ ποιητή ἀπό τό «ΓΡΑΜΜΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΦΙΛΟ» τόν χαιρετισμό:

Δικός σου
ΚΑΤΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΙΩΤΗ-ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Μονοκαρυά
Σαρακοστή 2017,Τῶν ἐν Ἀμορίῳ 42 μ., Εὔρεσις Τιμίου Σταυροῦ
Τά ὅρια τοῦ λόγου ὑπερβαίνουν τά ὅρια τῆς γλώσσας.
Διότι ὁ λόγος δέν εἶναι ἔκφραση ἀλλά τρόπος τοῦ εἶναι.
Γιά αὐτό καί ἀναφερόμενοι στή Δημιουργία μιλᾶμε γιά τούς «λόγους τῶν ὄντων»,
δηλαδή τούς τρόπους πού ὑποστασιάζονται τά ἀγαθά θελήματα τοῦ Θεοῦ.
Ἀναζητώντας τά ὅρια τοῦ ἀλφαβήτου καί τῆς γλώσσας πού οἰκοδομεῖται ἀπό αὐτό,
μετεωριζόμαστε ἀνάμεσα στό σημαίνον τοῦ λόγου καί στήν ὀντότητα τοῦ σημαινομένου.

Δέν ἐξαντλεῖται στή λέξη «φῶς» ἡ πραγματικότητα τοῦ φωτός,
παρά μονάχα διαμέσου τῆς λέξης σημαίνεται, ἀνάλογα μέ τό εὔρος τῆς ἀντιληπτικῆς ἱκανότητας
καί τόν ὑπαρξιακό φωτισμό τῆς ὕπαρξης. Ἄν στήν ἀντίληψή μας χωροῦν ἐκτός ἀπό ὑλικές
καί πνευματικές ποιότητες, ἡ γλώσσα θά διασταλλεῖ ἀνάλογα γιά νά τίς χωρέσει.
Ἔτσι ἡ λέξη φῶς μπορεῖ νά σημαίνει τό κτιστό ἡλιακό φῶς ἀλλά καί τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ.
Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ μιά γλώσσα, ἕνα ἀλφάβητο γιά νά ὀνομάσει τόν κόσμο,
αὐτό δέν σημαίνει πώς ὁ κόσμος αὐτός δέν διαθέτει τό δικό του κεκρυμμένο ἀλφάβητο,
ἤ πιό εὔστοχα, πώς δέν ἀποτελεῖ ὁ ἴδιος τό ἱερό ἀλφάβητο τῆς Δημιουργίας.
Μέσα ἀπό τόν συλλαβισμό τῆς κτίσης, συλλαβίζοντας τούς λόγους τῶν ὄντων, γνωρίζουμε τόν Κτίστη.
«Ἄ μά γιατί λοιπόν ὡς τώρα εἴχαμε δώσει μιά γλώσσα μονάχα στόν κόσμο,
γιατί τοῦ ‘χαμε δώσει ἕνα μονάχα τρόπο νά ἐκφραστεῖ;
Γιατί τοῦ ’χαμε καταλογίσει μιάν ὄψη μονάχα, κι ἐκείνη κομματιασμένη, ἀνάπηρη,
μετρημένη πάνω στή λογική μας,
καί τήν εἴχαμε ὀνομάσει ὡραῖα ὡραῖα «πραγματικότητα»; 
καί ...δέν ἐπιτρέπαμε τίποτα πού νά τήν ὑπερβαίνει.» (ΕΛΥΤΗΣ)
Νά πώς οἰκοδομήθηκε ἡ Βαβέλ τοῦ πολιτισμοῦ μας .
Ἡ γλώσσα πού μᾶς δόθηκε ἀπέκλεισε ἐξ ἀρχῆς τόν συλλαβισμό τῆς πραγματικότητας.
Ἐξόρισε τούς ὀντολογικούς φθόγγους τοῦ λόγου
καί μαζί ὅλο τό βάθος τῆς σιωπῆς μές τήν ὁποῖα ἀναπνέει ἡ ὕπαρξη.
Ὅμως ὁ ἀληθινός λόγος εἶναι πρωταρχική μαθητεία σιωπῆς καί ὄχι ἀλφαβήτου.
Πρέπει πρῶτα νά ἀκούσει ἡ καρδιά -ὁ ἐν τῆ καρδία νοῦς-καί μετά νά ὁμολογήσουν τά χείλη.
Ἀνυποψίαστοι παγιδευτήκαμε καί συνηθίσαμε, αἰώνες τώρα, στά ὅρια τοῦ συμβατικοῦ ἀλφαβήτου
ὥσπου τελικά κουφαθήκαμε καί φτάσαμε στό σημεῖο
οὔτε κάν νά ὑποπτευόμεθα ὅτι καί μές στό τίποτα λειτουργεῖ μιά γλώσσα.
«Καί μέσα στό τίποτα ὑπάρχει μιά γλώσσα
Περισσεύει τό φῶς καί μέσα στό τίποτα
Καί ρέει πρός τά ἔξω
..προσπαθὠ νά ἀποκτήσω μιά ἐπαφή μέ τό φῶς.»( ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ)
Φαίνεται πώς κάτι διαισθάνονται οἱ ποιητές καί προσπαθοῦν νά νήψουν τόν στραβισμό τῆς ἀντίληψης .
Οἱ ποιητές «οἱ ἀπόβλητοι ἀπό τίς ἀγορές τοῦ αἰώνος»(ΕΛΥΤΗΣ).
Ποιά «καταναλωτικά ἀγαθά»; Τό ἀγαθό δέν εἶναι πρός κατανάλωση ἀλλά πρός κοινωνία.
Δέν εἴμαστε ἐδῶ γιά νά καταναλώσουμε καί νά ἁλώσουμε τή Δημιουργία.
«Τοῦ οἴκου σου πρέπει ἁγίασμα Κύριε εἰς μακρότητα ἡμερῶν».
Εἶναι πτωτική ἡ βαθμίδα τοῦ «πράσινου καταναλωτή». Ἡ τοξική συνειδητότητα ἀναπόφευκτα μολύνει.
Ἡ καθαρή συνείδηση εἶναι ἐκείνη πού ὄχι ἁπλῶς δέν μολύνει,
ἀλλά φυσική κίνηση ἔχει πῶς θά ἁγιάσει τόν κόσμο.
Πῶς θά τοῦ ἀφαιρέσει τή φθορά καί τόν θάνατο μέ τή μετοχή του στό ἀναστάσιμο θεῖο σῶμα.
Κάνοντας τήν ὕπαρξη λόγο, δηλαδή ἀναβαθμό Παραδείσου.
Ὁ σύγχρονος ἀστός ὁ ἐγκλωβισμένος καί παγιδευμένος
στά τεχνολογικά καί ἠλεκτρονικά περιβάλλοντα
δέν ἀποβλέπει πιά πρός μιά ἄνω κίνηση, ἀλλά πρός μία ἀλλότρια οἴηση.
Ἀποστερεῖται ἀπό τήν ἀληθινή ἄνω θρώσκουσα φύση του.
Ἀποστειρώθηκε ἀπό τούς φθόγγους τῆς κτίσεως και παραδόθηκε στόν
«ἴλιγγο τοῦ ἐρεβώδους τεχνολογικοῦ διονυσιασμοῦ τῆς ἱστορίας» (ΚΑΡΟΥΖΟΣ).
«Ποιός... πῶς καί γιατί καταφέρνει, τό μέρος τῆς ζωῆς, τό φαῖνον, τό μή θολούμενον, 
νά τό καθιστᾶ σχεδόν ἀόρατο γιά τούς ἄλλους;
Γιατί καί πῶς τούς πείθει νά μήν κάνουν μιά ἁπλή κίνηση
ἔστω, μιά στροφή τῆς κεφαλῆς, πού θά μποροῦσε νά σημαίνει 
καί στροφή τοῦ κόσμου ὁλόκληρου; (ΕΛΥΤΗΣ)
Ἔτσι ὅμως:
«Ὑποκοιμόμαστε
Ὑποξυπνᾶμε
Ὑποσκεφτόμαστε
Ὑπογράφουμε
Ὑποζοῦμε στό ὑπνοδωμάτιό μας» (ΜΟΝΤΗΣ)
Ὑποκοινωνοῦμε ἀδειασμένοι ἀπό κάθε λόγο
Ὑποκατοικοῦμε γλῶσσες ἄλογες χῶρες.
Ραγισμένοι καθρέφτες πού ἀδυνατοῦν νά συλλάβουν καί νά ἀντανακλάσουν
τήν ἀναστημένη ὁλότητα τοῦ καθολικοῦ.
«Χῶρες τοῦ ἥλιου καί δέν μπορεῖτε ν’ἀντικρύσετε τόν ἥλιο
Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καί δέν μπορεῖτε ν’ἀντικρύσετε τόν ἄνθρωπο». (ΣΕΦΕΡΗΣ)
Πανταχοῦ ζέει.
Δημοσιεύθηκε : Σάββατο, 28 Ιανουάριος 2017 15:17 | Γράφτηκε από τον/την K. Αθηνιώτη - Παπαδάκη | Εκτύπωση | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο | Εμφανίσεις: 305


Ἡ ἐπικοινωνία προϋποθέτει ἕνα νόημα. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ γλώσσα δομήθηκε μέ βάση τό νόημα.
Δέν ὑπάρχει λέξη ἤ ἐκφραστικός τρόπος κενός νοήματος. Οὔτε ὑπάρχει λέξη μέ αὐτονομημένη δυναμική. 
Διότι κάθε λέξη δηλώνει σχέση.

Κάθε λέξη προήλθε ἀπό τή σχέση μας μέ τήν πραγματικότητα, 
μεταφέρει τό ὕψος καί τό βάθος τῆς ἀντιληπτικῆς μας ἱκανότητας,
σημαίνει τά πράγματα ἐνῶ ταυτόχρονα ἔχει μιά ἀποφατική δυναμική 
ἐπειδή δέν περιχαρακώνει στό νόημα τήν ὀντολογική διάσταση τοῦ ὀνομαζομένου.
Προκειμένου νά προσεγγίσει τήν εὐρύτητα αὐτῆς τῆς προοπτικῆς, 
προκειμένου νά ὀνομάσει ἐν ἀληθεία τά πράγματα
καί ὅσο τό δυνατόν πληρέστερα, εἶναι ἀναγκασμένη νά ὑπάρχει σέ σχέση μέ ὅλες τίς ὑπόλοιπες λέξεις, 
δηλαδή μέ ὅλες τίς ἐννοιολογικές προεκτάσεις 
πού προσκομίζει ἡ βιωματική καί ἁγιοπνευματική ἀσκητική τοῦ βίου μας.
«Εἶναι παιδιά πολλῶν ἀνθρώπων τά λόγια μας»(Σεφέρης). 
Ὁ λόγος ἐνηλικιώνεται ὅπως καί ὁ ἄνθρωπος.
Ἡ γλώσσα ὅμως ἔχει τήν ἡλικία τῆς ἀνθρωπότητας.
Μέσα στό χρόνο σμιλεύτηκε ἡ ἔκταση καί ἡ ἔνταση τῆς δυναμικῆς της. 
Δέν εἶναι ποτέ μιά γλώσσα «μένουσα» ἀλλά πάντα μιά γλώσσα «μέλλουσα»,
ἀφοῦ οἱ καιροί ἀπαιτοῦν νά ὀρθοτομεῖται τό εὔρος τῆς ἀλήθειας πού μποροῦν νά συλλάβουν. 
Ἡ γλώσσα ἀντικατοπτρίζει τόν λόγο τῆς ὕπαρξης. Ὅσο βαθαίνει ἡ ὕπαρξη βαθαίνει καί ἡ γλώσσα. 
Καί βαθαίνοντας ὁ λόγος βαθμιαῖα ἐκτείνεται 
ἀπό τούς λόγους τῶν ὅντων στόν Θεό Λόγο δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο. 
Ἔτσι οἱ λέξεις ἀποκτοῦν σιγά σιγά μιά ἀναγωγική σχεσιοδυναμική λειτουργία, 
σηματοδοτοῦν μιά μεθεκτική κοινωνία
καί ἐνῶ ξεκίνησαν νά ἐκφράζουν μόνο ὁρατές πραγματικότητες,
 μπορούν νά σηκώσουν καί πνευματικές ποιότητες. 
Πλουταίνει τό νόημα.

Ὅμως ἐπειδή στά χρόνια μας ἐπτωχεύσαμε 
ἀπό τήν τριβή μέ τά τῆς χρείας καί τά τῆς ἔπαρσης 
καί χάνοντας τήν ἀλήθεια μας χάσαμε καί τό νόημα, 
ξαναπαίρνουμε πάλι τό μονοπάτι πρός τήν πηγή
γιά νά ξαναγευτοῦμε καθαρή καί κρυστάλλινη τήν κάθε λέξη, 
ὥστε νά ἀνασυλάβουμε πάλι τό πρῶτο νόημα
καί νά ξεδιψάσουμε ἀπό τή γάργαρη ροή ὄχι ἁπλῶς τοῦ νοήματος 
ἀλλά τοῦ σπέρματος τῆς ζωῆς, τοῦ μυστηρίου πού ἀέναα 
μᾶς κυοφορεῖ καί μᾶς καλεῖ πρός μετοχή καί κοινωνία.
«Γιά ἄλλους οἱ λέξεις δέν κοστίζουν τίποτε, γιά ἄλλους εἶναι ζωή» ( Ἐλύτης). 
Οἱ λέξεις δέν εἶναι εὔκολες. 
Οἱ λέξεις εἶναι οἱ ἐρωμένες τοῦ ἀπείρου, οἱ ἀναπνοές τοῦ ἀνείπωτου.
Κοντά στό «τά πάντα ρεῖ» ὑπάρχει καί τό πανταχοῦ ζέει θεία πνοή. 
Διαχρονικά πορευόμενοι συλλαμβάνουμε τά ὠκεάνια μπουγάζια τῆς καθολικότητας, 
τά ἀενάως ρέοντα καί ζέοντα καί εὐτυχοῦμε μόνο ὅταν τά ὀνομάζουμε. 
Σά φύλακας ἄγγελος ἡ γλώσσα διακονεῖ τό βίο μας, τόν ἀνασηκώνει ἀναστάσιμα,
ἐκεῖ πού οἱ ἀντιθέσεις γίνονται ἀφορμή γιά πληρέστερες συνθέσεις.
«Ὅταν ἀνάβεις τό κερί καί ξεκλειδώνεις τόν Κῆπο
τοῦ χρόνου τό χῶμα, ἔδαφος γίνεται Θεοῦ».
Οἱ λέξεις, τά παράξενα αὐτά λιγνά κεράκια πού ἀνάβει ἡ συνείδηση
 γιά νά ἐκκλησιαστεῖ στήν ἀπεραντοσύνη τοῦ σύμπαντος. 
Λέξεις ἀπό τό ἀντίδωρο τῆς κλήσης μας μές τήν ἱερή σιωπή τοῦ Παραδείσου.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΦΤΩΧΟΣ Ο ΓΙΑΚΚΑΣ (ἀληθινή ἱστορία πού διαδραματίζεται γύρω στό 1950, ἀπό ἀφήγηση τῆς μητέρας μου Μαρίας Ἀθηνιώτου)

Δημοσιεύθηκε : Τετάρτη, 21 Δεκέμβριος 2016 12:50 | Γράφτηκε ἀπό τήν K. Ἀθηνιώτη - Παπαδάκη | Πηγή: http://blogs.antifono.gr/istologia/fosfoni/114| Ἐμφανίσεις: 277


Ἡ τῶν ἑορτῶν θεία συγκατάβαση
 φέρνει στό νοῦ μου τήν ἀφήγηση μιᾶς ἀληθινῆς ἱστορίας,
 ἔτσι ὅπως ἡ μητέρα μου τήν παράδωσε.
Μέσω μιᾶς τεταπεινωμένης βιοτῆς ἀναβλύζει μιά παραδείσια ἀθωότητα ,
 μιά εὐλογία πού ἀγκαλιάζει ὁλους τούς  τόπους τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης,
μία οἰκονομία  πίστης ἀλλά καί φιλεσπλαχνία  πού ἀναλαμβάνει τίς ἀτέλειες
καί τά ἁμαρτήματα τῶν συνανθρώπων μας σάν οἰκείωση τῆς θείας πρόνοιας γιά τόν κόσμο.
  Σᾶς τήν παραδίδω μακροθυμώντας πώς «θά μέ βοηθήσει κι ὁ Θεός»
 νά σπουδάσουμε τή σύναψη  τοῦ τρόπου τους.

 Ο ΦΤΩΧΟΣ Ο ΓΙΑΚΚΑΣ
(ἀληθινή ἱστορία πού διαδραματίζεται γύρω στό 1950,
 ἀπό ἀφήγηση τῆς μητέρας μου Μαρίας Ἀθηνιώτου)

Πάενε κι ἐρχόντανε ὁ φτωχός ὁ Γιάκκας κι ἤτανε βαρετός καί τό φαΐ πού τοῦ δίνανε δέν ἤτανε ἀρκετό καί τόν περιπαίζανε οἱ χωριανοί καί τόν γελάγανε. Ὡς καί ὁ Μάρκος, ὁ τρελός τοῦ χωριοῦ, πού ἔτυχε μιά μέρα πού περιπαίζανε τόν Γιάκκα καί τόν εἴχανε ἕτοιμο νά τόν ἐχωρέψουνε, τσατίζεται καί λέγει: «Ἐγώ εἶμαι λουλός, ἐτοῦτος εἶναι λουλοπάλαβος».

Ὁ φτωχός ὁ Γιάκκας ἤτανε ἕνας ἀγαθός γέροντας κυρτωμένος ἀπό τό βάρος τῶν χρόνων, κακοπερασμένος ἀλλά πρόσχαρος. Δημήτρη τόν λέγανε.

 Ἡ μάνα μου τόν εἶχε καθημερινό ἐπισκέπτη,
γιατί ἤτανε ἄνθρωπος τῆς  ἐλεημοσύνης
 καί ὁ καημένος ἤξερε ὅτι θά βρεῖ νά φάει στό σπίτι τό δικό μας κι ἐρχόντανε.
 Τόν κάθισε ἀκόμη καί στό τραπέζι πού τρώγαμε.
 Ἦρθε μιά μέρα πικραμένος καί κλαμένος, πολύ xολιασμένος.

-Φίλισσα εἶμαι πολύ στεναχωρημένος.

Ἡ μάνα μου: -Ἔλα βρέ Δημήτρη, γιατί εἶσαι στεναχωρημένος, ποιός σέ μάλωσε.
 Ἀφοῦ σοῦ εἶπα ὅτι ἄμα δέν ἔχεις φαγητό ἐδῶ θά βρίσκεις.

-Ὅπου πάω μέ μαλώνουνε, τί νά κάνω ἐγώ γι’ αὐτό;

Σκέφτεται ἡ μάνα μου, σκέφτεται, ὥσπου τή φώτισε ὁ Θεός καί τοῦ λέει:

-Ξέρεις τί σκέφτηκα βρέ Δημήτρη;

-Καί τί σκέφτηκες φίλισσα;

-Ξέρεις γράμματα; Τοῦ κάνει.

-Ξέρω γράμματα καί μπορῶ νά τά μάθω κιόλας.

-Θά πᾶς νά πάρεις μιά Σύναψη.

-Καί τί εἶναι αὐτό φίλισσα;

-Αὐτή, τοῦ λέει, ἔχει μέσα ὅλων τῶν ἁγίων τά τροπάρια.

Γέλασε ὁ Δημήτρης καί ἔκανε τό σταυρό του.

-Καί τί θά τό κάνω ἐγώ αὐτό;

-Σέ κάθε σπίτι πού θά πηγαίνεις θά ἀνοίγεις τήν πόρτα καί δέν θά λές καλημέρα. Θά λές τό τροπάριο τοῦ ἁγίου. Ἀλλά θά πάρεις καί ἕναν Καζαμία νά βλέπεις ποιός ἅγιος γιορτάζει κάθε μέρα. Καί θά σοῦ δίνουν ψωμί χωρίς νά σέ πικραίνουν.

-Καί ποῦ θά τή βρῶ, φίλισσα, τή Σύναψη;

-Θά στή δώσω ἐγώ, τοῦ λέει ἡ μάνα μου. Θά τά μάθεις ὅλα αὐτά Δημήτρη;

-Τώρα φίλισσα ἐγώ θά πάω νά τά μάθω. Θά μέ βοηθήσει καί ὁ Θεός.

Πέρασαν μέρες. Ὀ Γιάκκας εἶχε καιρό νά φανεῖ. Ἡ γιαγιά ἡ Κατερίνα ἀνησύχησε. Μιά μέρα χτυπᾶ ἡ πόρτα. Πάει ἀνοίγει ἡ γιαγιά σου τήν πόρτα κι ἦταν ὁ Γιάκκας καταχαρούμενος μέ τή Σύναψη στό χέρι.

-Φίλισσα τί θά σοῦ κάμω ἐγώ γιά τό καλό πού μοῦ ᾿καμες; Φίλισσα, αὐτή ἡ Σύναψη μοῦ ’δωσε μεγάλη χαρά. Ὅλος ὁ κόσμος μέ δέχεται, ἀκούει τά τροπάρια μου καί ἔχω ψωμί καί τρώω, ἔχω ἀπ’ οὗλα καί μ’ ἀγαποῦν  καί τά κορίτσια, πρόσθεσε μέ τόνο φωνῆς ἀκόμη πιό χαρούμενο.

Καί τοῦ λέει ἡ γιαγιά καταχαρούμενη:

-Μπράβο, ἀλλά νά προσέχεις. Μήν κάνεις ζημιά σέ κανά κορίτσι καί βρῶ τό μπελά μου.

-Καί, φίλισσα, ἔκαμα μιά ἁμαρτία.

-Ἀκόμα δέν ξεκίνησες ἁμαρτία ἔκαμες;

-Καί τί νά’καμα; Πῆγε τό κορίτσι καί κάθισε πάνω στήν καρέκλα μου. Καί ἔμεινε δεκαοχτώ μηνῶν γκαστρωμένη. Τί νά κάμω τώρα;

-Τώρα θά μέ τιμωρήσει καί μένα ὁ Θεός γιά τήν ἁμαρτία πού ἔκαμες. Νά πᾶς  νά κάμεις νηστεία καί προσευχή καί ὁ Θεός θά στό συγχωρέσει. Ἀλλά ἐμένα πῶς θά μέ συγχωρέσει;

-Φίλισσα, σκέφτηκα τί θά κάμω.

-Τί θά κάμεις βρέ Δημήτρη, τοῦ λέει ἡ γιαγιά.

Βγάζει ἀπό τήν τσέπη του ἕνα κουβάρι καί τῆς τό δείχνει. Τά χάνει ἠ μάνα μου.

-Τί θά τό κάμεις βρέ αὐτό; τοῦ λέει.

-Φίλισσα ἄμα πεθάνω θά τό πάρω μαζί μου. Καί ἄμα σέ δῶ πουθενά νά’σαι τιμωρημένη γιά αὐτό πού κάναμε θά στό πετάξω. Θά σέ πάρω στόν Παράδεισο φίλισσα.

-Ψάλε μου βρέ Δημητρό ἕνα τροπάριο, τοῦ λέγει ἡ μάνα μου καί ἔψαλε ὁ Δημητρός:

«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»

Πανταχοῦ ζέει.
Δημοσιεύθηκε : Σάββατο, 28 Ιανουάριος 2017 15:17 | Γράφτηκε ἀπό τήν K. Ἀθηνιώτη - Παπαδάκη | Πηγήhttp://blogs.antifono.gr/istologia/fosfoni/ | Ἐμφανίσεις: 72

Ἡ ἐπικοινωνία προϋποθέτει ἕνα νόημα.
 Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ γλώσσα δομήθηκε μέ βάση τό νόημα.
Δέν ὑπάρχει λέξη ἤ ἐκφραστικός τρόπος κενός νοήματος.
 Οὔτε ὑπάρχει λέξη μέ αὐτονομημένη δυναμική.
Διότι κάθε λέξη δηλώνει σχέση.

Κάθε λέξη προήλθε ἀπό τή σχέση μας μέ τήν πραγματικότητα,
μεταφέρει τό ὕψος καί τό βάθος τῆς ἀντιληπτικῆς μας ἱκανότητας,
 σημαίνει τά πράγματα ἐνῶ ταυτόχρονα ἔχει μιά ἀποφατική δυναμική
 ἐπειδή δέν περιχαρακώνει στό νόημα τήν ὀντολογική διάσταση τοῦ ὀνομαζομένου.
Προκειμένου νά προσεγγίσει τήν εὐρύτητα αὐτῆς τῆς προοπτικῆς,
προκειμένου νά ὀνομάσει ἐν ἀληθεία τά πράγματα καί ὅσο τό δυνατόν πληρέστερα,
 εἶναι ἀναγκασμένη νά ὑπάρχει σέ σχέση μέ ὅλες τίς ὑπόλοιπες λέξεις,
δηλαδή μέ ὅλες τίς ἐννοιολογικές προεκτάσεις πού προσκομίζει
 ἡ βιωματική καί ἁγιοπνευματική ἀσκητική τοῦ βίου μας.
«Εἶναι παιδιά πολλῶν ἀνθρώπων τά λόγια μας»(Σεφέρης). 
Ὁ λόγος ἐνηλικιώνεται ὅπως καί ὁ ἄνθρωπος.
Ἡ γλώσσα ὅμως ἔχει τήν ἡλικία τῆς ἀνθρωπότητας.
 Μέσα στό χρόνο σμιλεύτηκε ἡ ἔκταση καί ἡ ἔνταση τῆς δυναμικῆς της.
Δέν εἶναι ποτέ μιά γλώσσα «μένουσα» ἀλλά πάντα μιά γλώσσα «μέλλουσα»,
ἀφοῦ οἱ καιροί ἀπαιτοῦν νά ὀρθοτομεῖται τό εὔρος τῆς ἀλήθειας πού μποροῦν νά συλλάβουν.
Ἡ γλώσσα ἀντικατοπτρίζει τόν λόγο τῆς ὕπαρξης.
 Ὅσο βαθαίνει ἡ ὕπαρξη βαθαίνει καί ἡ γλώσσα.
Καί βαθαίνοντας ὁ λόγος βαθμιαῖα ἐκτείνεται ἀπό τούς λόγους τῶν ὅντων στόν Θεό Λόγο
 δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο.
Ἔτσι οἱ λέξεις ἀποκτοῦν σιγά σιγά μιά ἀναγωγική σχεσιοδυναμική λειτουργία,
 σηματοδοτοῦν μιά μεθεκτική κοινωνία
καί ἐνῶ ξεκίνησαν νά ἐκφράζουν μόνο ὁρατές πραγματικότητες,
 μπορούν νά σηκώσουν καί πνευματικές ποιότητες.
Πλουταίνει τό νόημα.

Ὅμως ἐπειδή στά χρόνια μας ἐπτωχεύσαμε
 ἀπό τήν τριβή μέ τά τῆς χρείας καί τά τῆς ἔπαρσης
καί χάνοντας τήν ἀλήθεια μας χάσαμε καί τό νόημα,
ξαναπαίρνουμε πάλι τό μονοπάτι πρός τήν πηγή
γιά νά ξαναγευτοῦμε καθαρή καί κρυστάλλινη τήν κάθε λέξη,
 ὥστε νά ἀνασυλάβουμε πάλι τό πρῶτο νόημα
καί νά ξεδιψάσουμε ἀπό τή γάργαρη ροή ὄχι ἁπλῶς τοῦ νοήματος
ἀλλά τοῦ σπέρματος τῆς ζωῆς, τοῦ μυστηρίου πού ἀέναα μᾶς κυοφορεῖ
καί μᾶς καλεῖ πρός μετοχή καί κοινωνία.
«Γιά ἄλλους οἱ λέξεις δέν κοστίζουν τίποτε, γιά ἄλλους εἶναι ζωή» ( Ἐλύτης). 
Οἱ λέξεις δέν εἶναι εὔκολες. 
Οἱ λέξεις εἶναι οἱ ἐρωμένες τοῦ ἀπείρου, οἱ ἀναπνοές τοῦ ἀνείπωτου.
Κοντά στό «τά πάντα ρεῖ» ὑπάρχει καί τό πανταχοῦ ζέει θεία πνοή. 
Διαχρονικά πορευόμενοι συλλαμβάνουμε τά ὠκεάνια μπουγάζια τῆς καθολικότητας,
τά ἀενάως ρέοντα καί ζέοντα καί εὐτυχοῦμε μόνο ὅταν τά ὀνομάζουμε.
Σά φύλακας ἄγγελος ἡ γλώσσα διακονεῖ τό βίο μας, τόν ἀνασηκώνει ἀναστάσιμα,
ἐκεῖ πού οἱ ἀντιθέσεις γίνονται ἀφορμή γιά πληρέστερες συνθέσεις.
«Ὅταν ἀνάβεις τό κερί καί ξεκλειδώνεις τόν Κῆπο
τοῦ χρόνου τό χῶμα, ἔδαφος γίνεται Θεοῦ».
Οἱ λέξεις, τά παράξενα αὐτά λιγνά κεράκια πού ἀνάβει ἡ συνείδηση
 γιά νά ἐκκλησιαστεῖ στήν ἀπεραντοσύνη τοῦ σύμπαντος.
Λέξεις ἀπό τό ἀντίδωρο τῆς κλήσης μας μές τήν ἱερή σιωπή τοῦ Παραδείσου.

 «Ποῦ νά τά πῶ τά ἑλληνικά τῆς πίκρας»(Ἐλύτης) 
τώρα πιά πού διδάσκουμε τήν ἑλληνική ὅπως διδάσκουν στά φροντιστήρια
 ξένων γλωσσῶν τίς ξένες γλῶσσες; 
Προκρούστεια λογική- ἀλφάβητο, λεξιλόγιο, γραμματική-
 σάν νά ταυτίζεται ὁ λόγος μέ τόν «ὑλικό τρόπο γραφῆς τῆς γλώσσας»(Σεφέρης).

«Δυστυχῶς ἀπό τήν πολλή τέχνη ( γιά τήν τέχνη) ...χάσαμε τή θαυματουργική ἱκανότητα
 νά παίρνουμε τά ἔργα τῶν ἀνθρώπων στά σοβαρά... 
Καί τούτη εἶναι ἡ μεγαλύτερη διαστροφή πού μπορούσαμε νά πάθουμε: 
τά λόγια νά τά θεωροῦμε μόνο λόγια.
 Μέ αὐτόν τόν τρόπο, μόνο τυχαῖα μποροῦμε τώρα νά ὑπακούσουμε ἤ νά σωθοῦμε.
 Ἡ καταδίκη μας... τό μήνυμα χάθηκε ἤ καταργήθηκε.
 Ἔτσι, μιά μέρα...ἡ ποίηση ἔπαψε νά εἶναι ἀλήθεια
 καί ἡ ἀλήθεια ἔπαψε νά εἶναι ποίηση».(Λορεντζάτος) 
Καί προσδιορίσαμε τίς λέξεις μας καί τήν ὁμιλία μας ὡς λόγια καί ὄχι ὡς λόγο,
 ὄχι δηλαδή ὡς συνειδητό τόπο τῆς ὕπαρξης. 
Ὅμως παραδίδοντας τήν ἑλληνική στούς ἀπογόνους μας
 δέν παραδίδουμε λέξεις ἀλλά ποιότητες τῆς πραγματικότητας,
 εὔρος συνειδητότητας, ὕψος πνευματικό καί μάλιστα μέ ἀναγωγικό χαρακτήρα. 
Ὄχι λέξεις μούμιες πού περισφίγγουν μέ ἕναν τρόπο νεκρό τίς ἔννοιες, 
ἀλλά λέξεις πού ἀγγέλουν,
 λέξεις κήρυκες, λέξεις μαντατοφόρους, λέξεις καμπάνες,
 φαροστάτες μυστηρίου πού διαχρονικά ἐκπέμπουν στήν ὠκεάνια ἄβυσσο τοῦ βίου 
ἀχτίδες ἀπό τήν ἔλλαμψη τῆς ἀνθρώπινης συνειδητότητας. 
Πρίν ἀπό τόν «ὑλικό τρόπο τῆς γραφῆς» ὑπάρχει ὁ πνευματικός τόπος τῆς γλώσσας.
 Καί ἀποτελεῖ τραγική ἀμέλεια τό ὅτι δέν καθορίστηκε 
τό θεωρητικό ὑπόβαθρο τοῦ πνευματικοῦ τόπου τῆς γλώσσας
 παράλληλα μέ τόν ὑλικό της τρόπο.
 Δέν ἀρκεῖ τό ἀλφάβητο χρειάζεται καί τό φῶς γιά νά γράψεις.
Χρειάζεται νά ᾿χεις ἐπίγνωση τοῦ πνευματικοῦ τόπου τῆς γλώσσας σου, 
ἔτσι ὅπως αὐτός διαχρονικά σμιλεύτηκε μέσα ἀπό τή φιλοσοφία, τή θεολογία, 
τό δοκιμιακό στοχασμό, τήν ποίηση ,τήν τέχνη. 
Ἄν ἡ ἐλευθερία ὁρίζεται ἀπό τά ὑπαρξιακά καί τά γεωγραφικά σύνορα ἑνός λαοῦ, 
ἡ γλῶσσα ὁρίζεται ἀπό τά πνευματικά σύνορα καί ὅρια μας. 
Διότι γιά νά ὀνομάσεις κάτι πρέπει πρῶτα βιωματικά νά τό φτάσεις. 
Κενό ἤ ἀπώλεια λέξης σημαίνει μειωμένο ἐννοιολόγιο 
δηλαδή μειωμένη ἀντίληψη γιά τόν κόσμο.
 Ἡ γλῶσσα εἶναι ἕνας ζωντανός ὀργανισμός πού ἐπηρεάζεται ἀπό τήν ἱστορική μας πορεία. 
Ἄν γιά κάποιο λόγο γίνουμε ἀνόητοι, στή γλῶσσα θά καταγραφεῖ αὐτό, 
καθώς οἱ λέξεις θά κουφώσουν, 
ἀφοῦ τό βίωμα δέν θά ὑποστηρίζει καί δέν θά ἀνατροφοδοτεῖ πιά τό νόημα.
Θά ἔπρεπε νά παραδίδουμε στούς ἀπογόνους μας 
μαζί μέ τή λειτουργική ἀξία τῆς γλώσσας καί τή δυναμική τῆς ψυχῆς, 
δηλαδή τόν συνειδησιακό τόπο τοῦ λόγου,
 πού βαπτίζει καί ὀνομάζει ἀναγωγικά τά πράγματα, 
ἀνασημασιολογώντας, μετα-σημασιολογώντας τίς λέξεις,
 δημιουργώντας νέους ὅρους, ἀξιοποιώντας τούς ὑπάρχοντες, 
παραλαμβάνοντας φράσεις ἀπό τήν τρέχουσα χρήση 
χωρίς νά ὑποδουλώνεται στό πρόσλημμα, 
ἐξουσιάζοντας τίς λέξεις καί καταδεικνύοντας δίχως τέλος
 τά βαθύτερα νοήματα καί μηνύματα 
πού μποροῦν νά προσεγγιστοῦν καί νά μεταγγιστοῦν
 ὡς ἀτέρμονη πορεία ζωῆς ἐν ἀληθεία.
 Ἡ ἑλληνική δέν εἶναι ἡ γλῶσσα ἡ «μένουσα» ἀλλά ἡ γλῶσσα ἡ «μέλλουσα» 
διότι ἔχει πλαστεῖ ἔτσι ὥστε νά μπορεῖ ὄχι μόνο νά καταγράψει τή διαχρονική μας πορεία 
ἀλλά καί νά σηκώσει τήν μελλοντική ἀναγωγή τῆς ἀνθρώπινης συνειδητότητας.

Ἡ διδασκαλία ἐπίσης τοῦ γραμματικοῦ τύπου εἶναι ἐλλιπής ὅταν ἔχει χαθεῖ ἡ διδαχή του,
 δηλαδή ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀνάγκης πού ἐξυπηρετεῖ ὁ συγκεκριμένος γραμματικός τύπος. 
Γιά παράδειγμα τί δηλώνει μιά μετοχή
 καί γιατί ἀπουσιάζουν πιά οἱ μετοχές ἀπό τόν καθημερινό μας λόγο;
 Ἄν ἀναλογιστοῦμε, μέσα ἀπό τό παράδειγμα τῶν μετοχῶν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου,
 τή μετοχή ὡς ποιότητα τῆς ὕπαρξης στήν ἐνέργεια πού τό ρῆμα δηλώνει, 
καί γεφυρώσουμε τή συνειδησιακή ἀπόσταση
 ἀνάμεσα στό λειτουργικό: «ἡ φωτίζουσα»(ἐπειδή μετέχει στό φῶς)
 καί στό σύνηθες τοῦ καθημερινοῦ λόγου: «αὐτή πού φωτίζει»(ἐπειδή βρῆκε κάποιο φῶς), 
ἴσως ἐπιδρούσαμε θεραπευτικά σέ μύρια καταθλιπτικά φαινόμενα τῆς ἐποχῆς μας, 
ἐκτοπίζοντας τήν αἴσθηση τῆς μοναξιᾶς μέσα ἀπό τή μεθεκτική πρόσληψη τοῦ κόσμου.
 Ἀπώλεια γραμματικῶν τύπων σηματοδοτεῖ ἀπώλεια ὑλικοῦ τρόπου, 
μειωμένη εὐελιξία στό νά κατακτηθοῦν καί νά ἀποδοθοῦν
 οἱ λεπτές ἀλλά κρίσιμες ποιότητες τῆς ἀντίληψης. 
«Μέσα στήν ἰσοπέδωση καί στήν ὁμοιομορφία...
ἡ ἔγνοια τοῦ Σεφέρη σταματοῦσε προπάντων στή γλῶσσα μας, 
τελευταῖο σανίδι, ἀπό τό ὁποῖο προσπαθεῖ νά πιαστῆ,
 μέσα στόν καταποντισμό ἤ στό γενικό ναυάγιο ἕνας ποιητής. ..
Εἶχε ταξιδέψει χρόνια καί εἶχε ζήσει στά μέρη ὅπου ταξίδεψε... 
ὥστε νά γνωρίζη ἀρκετά τήν εὐπάθεια πού παρουσιάζουνε οἱ γλῶσσες 
στήν τυποποίηση καί στή μονοτονία τῆς σύγχρονης τεχνοκρατούμενης ζωῆς. ..
Τά ἀφτιά τοῦ Σεφέρη πονέσανε στά μεγάλα κέντρα-ἰδίως στό Λονδίνο...
 νά ἀκοῦνε καθημερινά ἐκεῖνες τίς ὁμοιόμορφες ἐκφράσεις, 
τίς πατηκωμένες, τίς κουτσομυτιασμένες, τίς ἀπέραντα θλιβερές, 
τίς πανομοιότηπες, τίς πλανιαρισμένες, τίς περασμένες ἀλύπητα
 ἀπό τή ράσπα τῆς συμβατικότητας καί τῆς ταχύτητας ἤ τῆς εὐκολίας.
 Ὁ Σεφέρης γνώριζε ἀπό τόν Ὅμηρο πώς ἡ γλῶσσα δείχνει εὐστροφία, 
στρεπτή δέ γλῶσσ’ ἐστί βροτῶν, 
καί πώς τά λόγια ἔχουνε μεγάλο πεδίο δράσης, ἐπέων δε πολύς νομός ἔνθα καί ἔνθα...
ἀπό τό πρῶτο ἔνθα-τό μέσα...μέχρι τό δεύτερο ἔνθα-τό ἔξω ἤ τό σημερινό κακό.
 Καί αὐτό φοβόντανε. Ἡ ἔγνοια σκυθρώπιαζε τό πρόσωπό του. 
Μοῦ μιλοῦσε ἐντελῶς σοβαρά:
 «Φοβᾶμαι», εἶπε, σά νά ἔβαζε κάπου τελεσίδικα τήν ὑπογραφή του,
 μήπως εἴμαστε οἱ τελευταῖοι πού μιλᾶμε ἑλληνικά».

Τό ἐπικοινωνιακό μοντέλο τῆς γλῶσσας δέν ἐπαρκεῖ
 γιά νά διασώσουμε καί νά σώσουμε τήν ὀντολογική μας ποιότητα.
 Ἡ ἑλληνική μέ ἀνοιχτές φτερούγες, σάν φύλακας ἄγγελος,
 σημαίνει και ἐπισημαίνει ἀληθοτόπια πού ὁ σύγχρονος πολιτισμός ἀπεκδύθηκε.
 Σέ τελική ἀνάλυση ἡ γλῶσσα εἶναι ἦθος.

YΓ. Ὁ ζωγραφικός πίνακας πού πλαισιώνει τή σελιδα εἶναι ἔργο τοῦ Χρήστου Μποκόρου