.

.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

 «Τό βαρύ φύλλον τῆς αἰωνιότητος» εἶναι ὁ ἄνθρωπος
    κάθε φορά πού ὁ τρόπος μας τόν καταντᾶ ναυάγιο.
Εἶναι τραγικό ἀλλά ὀ στίχος κυριολεκτεῖ.
Ὁ τρόπος τῆς ἀνθρωπότητας γίνεται πιά τό βαρύ φύλλον τῆς αἰωνιότητας. 
«λευκήν σελίδα μέ μυστηριώδη γράμματα τῆς ἱστορίας τοῦ πόνου» ( συνεχίζει ὁ Παπαδιαμάντης).
Μέ κάθε ναυάγιο ὡς ἀνθρωπότητα
Ναυαγοῦμε ὡς πρός τήν αἰωνιότητα.
Πληροφορούμαστε γιά ναυάγια ὅπως πληροφορούμαστε γιά τόν καιρό.
Ἔτσι λιγοστεύουμε τόν καιρό καί ὁ καιρός μας λιγοστεύει.
Ἡ εἴδηση ἀντικατέστησε τή συνείδηση.
Τήν πραγματικότητα δέν τήν ἐνδιαφέρουν οἱ εἰδήσεις ἀλλά οἱ συνειδήσεις.
Γιά αὐτές θά ἔπρεπε νά πληροφορούμαστε ὥστε νά μήν χάνουμε τήν πυξίδα τῆς ἀνθρωπιᾶς μας.
«Σκυλοκοῖτες καί νεκρόσιτοι κι ἐρεβομανεῖς
     κοπροκρατοῦν τό μέλλον»(Ο. ΕΛΥΤΗΣ)
Ἡ Σκύλλα τῶν χρηματιστηρίων καί ἡ Χάρυβδη τῶν ἀγορῶν
 κατασπαράζουν τό σῶμα τῆς ἀνθρωπότητας.
Λιγοστεύουμε. Μέ κάθε σῶμα πού χάνεται, χάνεται τό δικό μας σῶμα.
Χάνεται τό σῶμα μέ τό ὁποῖο περνᾶ ὁ Θεός στήν ἱστορία.
Λιγοστεύουμε. Μέ κάθε ναυάγιο λιγοστεύει ἡ ἀλήθεια μας.
Μέ κάθε ναυάγιο λιγοστεύουμε ὡς πρός τήν ἀλήθεια. Χάνουμε τήν ἁγιότητά μας.
Δέν συλλαβίζεται μέ πτώματα ἡ ἁγιότητα.
 Βαρίδι ἔγινε τό φύλλον τῆς αἰωνιότητας, ναυαγοῦμε πλέον ὡς ἀνθρωπότητα.
Τό μάτι μας γυάλινο, πιό ψυχρό καί ἀπό τό θάνατο.
Διότι στό θάνατο ἔχεις τό τραγικό σκήνωμα τῆς ψυχῆς στά χέρια νά ραπίσει τή συνείδηση ,
ἐνῶ στό γυαλί δέν ἔχεις τίποτε. Ἤ μάλλον ἔχεις σέξ καί βία νά σέ ἀπανθρωποποιοῦν.
Τά τριάντα ἀργύρια τῆς προδοσίας ἔγιναν ὁ διεθνής τρόπος μας.
«…Μόνο ἕνα πράγμα θά  προσθέσω, πού μέ κυνηγᾶ ἀκόμη τώρα:
τήν Προδοσία στή Σκοτεινή ἐκκλησία.
 Ὁ Ἰησοῦς εἶναι στή μέση τριγυρισμένος ἀπό κεφάλια ,
 στό δεύτερο πλάνο, λόγχες στρατιωτῶν.
Ὁ Ἰούδας εἶναι πολύ νέος, φορεῖ ἄσπρα,
 καί τά μάτια του καταντοῡν θαμπά
 μπροστά στά ἐξαιρετικά δυνατά μάτια τῶν ἄλλων πού τόν καρφώνουν. 
Δέν μπορῶ νά διώξω ἀπό τή μνήμη μου τά φοβερά αὐτά μάτια,
 ἴσως γιατί, τήν ὥρα πού τά κοίταζα,
 συλλογίστηκα πώς τήν προδοσία θά τήν ὁνόμαζα, ἀδιαφορία».( Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ)
Κι ἔγινε ἡ προδοσία ὡς ἀδιαφορία, ἀπό τά ἐλάχιστα ἔως τά μέγιστα, δεύτερη φύση μας: 
«Ἔρμα τά μάτια πού καλεῖς, χρυσέ ζωῆς ἀέρα»(Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ)


ΥΓ. Ἡ εἰσαγωγική ἁγιογραφία εἶναι ἀπό τή Σκοτεινή ἐκκλησία τῆς Καππαδοκίας
 καί  φωτογραφήθηκε ἀπό τόν  Ἀθανάσιο Μάργαρη 
πού μαζί μέ τό σχετικό κείμενο τοῦ Σεφέρη πού μοῦ ἐμπιστεύτηκε
, ἔδωσε πνοή ὡς  ἐπανάληψη τοῦ θείου δράματος  στόν λόγο.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Βαθιά πολύ εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.
Ἐκεῖ στά βάθη της βρίσκεται ἡ λύση στό αἴνιγμα τῆς ὕπαρξης.
Γιά αὐτό ἀγαπᾶ νά καταδύεται. Γίνεται γοργόνα. Πάντοτε ὁ νόστος τοῦ βάθους ἀποτυπωμένος  στό βλέμμα της. Ἡ προσοικείωση τοῦ βάθους  εἶναι πόθος ἀστείρευτος.
Ὅμως γιά νά μπορέσει νά καταδυθεῖ ἡ ψυχή πρέπει νά ἀποκτήσει σῶμα. Πρέπει νά ἐνδυθεῖ ὅλον τόν κόσμο, κόσμο ὁρατό καί κόσμο ἀόρατο, νά πραγματώσει τήν  ἀντάμωση σέ ὅλα τά ἐπίπεδα, νά ὑποστασιάσει καθετί πού στόν κόσμο αὐτόν τῆς δόθηκε σάν μυστικό κλειδί Παραδείσου.
Νά ἐνδυθεῖ, κατά πῶς λέν τά παραμύθια, τόν κάμπο μέ τά λούλουδα, τή θάλασσα μέ τά ψάρια, τόν οὐρανό μέ τ’ ἄστρα γιά νά μπορέσει νά γίνει νύφη ὥστε νά ἐνστερνηθεῖ καί τόν ἄνθρωπο σ’ ὅλο τό μέγεθος  τοῦ πόνου, τοῦ  καημοῦ καί τοῦ νόστου, γιά νά καταδυθεῖ μέ πληρότητα ν’ ἀγγίξει στό βάθος  φῶς λυτρωτικό , Θεό Παντοδύναμο. 

Ἀλλά ἀπό μόνη της ἡ κυρά-Ψυχή δέν μπορεῖ νά ἐπιτύχει τοῦτον τόν ἐνστερνισμό , τούτη τήν ἕνωση.
Γι αὐτό ἔστειλε ὁ Θεός τόν «Ἀρχάγγελο» τοῦ Ἔρωτα. Ἔρωτας εἶναι ὁ νόστος τοῦ ὕψους. Ὁ νόστος γιά τό φῶς πού νοηματοδοτεῖ τό βάθος.Ἔτσι κατερχόμενη, νά ἀνέρχεται πληρέστερη καί καθολικότερη ἀπό τή νηπτική ζέση πρός τό  μυστήριο τῆς ἕνωσης. 
 Ἡ κατάδυση νά σηματοδοτεῖ ἀνάδυση καί νά’ναι Φῶς, Ἔρωτας, Σιωπή
ὥς θά’λεγαν Σῶμα, Ψυχή, Πνεῦμα.
Συνειδητοποιεῖ πιά ἡ κυρά-Ψυχή ὅτι ὁ ἔρωτας δέν εἶναι τῆς σάρκας ἀλλά τῆς ὕπαρξης
καί σιγά σιγά νιώθει ἐν ἀληθεία τό σῶμα της καί σεμνά κερνᾶ τόν «’Αρχάγγελο» ἀπ’ ὅσα μπόρεσε νά θησαυρίσει μέσα της. Σημάδι γι’ αὐτό εἶναι τό βλέμμα. Ἔχει πιά βαθύνει ἡ ὅραση.
«Δέν βλέπουμε μέ τά μάτια , ἀλλά μέ ἀφορμή τά μάτια». 
Διότι συγκεράστηκε τό βάθος τοῦ κόσμου
μέ τό ὕψος ἀπό τό μυστικό ἄγγιγμα τοῦ Παραδείσου.
Ἔρωτας! Δέν ζοῦμε μέ τό σῶμα, ἀλλά μέ ἀφορμή τό σῶμα.
Τό σῶμα μας εἶναι ὁ μυστηριακός λύχνος τῆς μοίρας. Τό λίκνο τοῦ  θαύματος.
Σέ αὐτό ἔχουν κληθεῖ νά ἀνταμώσουν ὅλοι οἱ κόσμοι
 κι ὅσο πιό βαθύ τό ἄγγιγμά τους τόσο πιό ὁλόγιομο τό πρόσωπο. 
Ἔρωτα ἔχουμε κάθε πού συναντιόνται δύο αἰνίγματα.
Μιά οὐρανόσκαλα στό προσκέφαλο τοῦ πόνου. Ὁ «’Αρχάγγελος» γίνεται ροῦχο,
 ἡ κυρά-γοργόνα λύει τό μαντήλι τοῦ νόστου ἀπό τήν ψαρίσια της οὐρά,
 στύβει τόν καημό καί σταλάζει φῶς πού τό ἀνεμίζει γιά τό καλό κατευόδιο,
γιά τήν καλή κατ’ ἐλπίδα ἀντάμωση.
Τό ζευγάρι ἀνακεφαλαιώνει τόν κύκλο κάθε νόστου καί ἀπό τά μάτια μέσα,
 σέ ὅλο τό μυστικό της βάθος ἀνθίζει ἡ ὕπαρξη, πού δέν αὐτοπροσδιορίζεται ἀλλά κοινωνεῖ καί κοινωνεῖται.
 Εἶναι οἱ μυστικές στιγμές πού προσκυνᾶ ὁ Ἔρωτας,
 γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι πιά φῶς πού ἀφοπλίζει ὅλα τά αἰνίγματα.
 Ὥς καί ὁ πόνος μετουσιωμένος ἀπό τό βάθος τοῦ ὕψους καί ἀπό τό ὕψος τοῦ βάθους,
ἀναγκάζει τόν τρυφερό «Ἀρχάγγελο» νά παραδώσει ὁλόγιομο τό φῶς.
Κανένα ρῆγμα, ἡ λύπη ἦταν ἡ περιπέτεια μιᾶς σκιᾶς λίγο πρίν τήν ἀλήθεια.
Ὥρα στοργῆς! Ὁ Ἔρωτας ἡσυχάζει.
Τό σῶμα μοιάζει μέ μουσικό ὅργανο πού σιωπᾶ ἀλλά τήν ὑπόστασή του δέν χάνει.
Ὥς καί ὁ ὕπνος γίνεται ἔρωτας. Δρόμος ἐγρήγορσης.
 Ἔπειδή πολύ ἡ ψυχή ἀγάπησε, ἐπειδή ἀνόρια στό φῶς παραδόθηκε.
Σάν ἀγγίξει ὁ «’Αρχάγγελος» τίς χορδές της,  γλυκασμός οὐράνιας ἁρμονίας
 λιώνει τή διάκριση ὕψους καί βάθους. Βαθύστοργη ἑνότητα βασιλεύει.
Δέν μᾶς λυτρώνει ὁ νόστος, ἀλλά ὁ νόστος εἶναι ἡ ἀφορμή γιά τήν ὔπαρξη.
«Ἔρωτας δέν εἶναι τά μάτια σου ἀλλά τά δικά Του»,
καί γιά χάρη μιᾶς θεϊκῆς ὅρασης ὁ «Ἀρχάγγελος», ὥς Ἐσταυρωμένος,
 στούς ὥμους Του σηκώνει ὅλο τό φῶς,
ἐνῶ μέ τή θυσία Του σώζει ψηλά τό καΐκι πού εἶναι τό μυστικό σῶμα τῆς ἀγάπης Του.
Μέσα στήν ἀγάπη Του ταξιδεύουμε...

 ΥΓ. «Εἶναι παιδιά πολλῶν ἀνθρώπων τά λόγια μας».
Τό κείμενο πῆρε τήν πρώτη του μορφή τήν παραμονή τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ 2009 καί γεννήθηκε ἀπό τή ζωγραφική παραμυθία τοῦ Ἔρωτα «’Αρχάγγελου» τοῦ κ. Γιώργου Κόρδη.
Σέ αὐτή τήν εἰκαστική του δημιουργία ἀνήκει καί ὁ  ζωγραφικός πίνακας τῆς εἰσαγωγῆς.
 
  
Οἱ ἐπιθυμίες φανερώνουν τά κενά τῆς ψυχῆς.
 Τό ἔλλειμα τῆς πληρότητας γεννᾶ τήν ἐπιθυμία.
  Ἐπικίνδυνη εἶναι ἡ ἀθυμία καί ἡ βαρυθυμία
ὡς ἀδιέξοδο τέλμα στήν ἀνάσα τῆς ψυχῆς.
Ἡ ἐπιθυμία προέρχεται ἀπό τό θυμικό τῆς ὕπαρξης. 
Ἐκφράζει τίς ἀνάγκες της ὕπαρξης
προκειμένου νά ὁλοκληρωθεῖ.

 Καί ἐπειδή μαρτυρᾶ ἔλλειψη πληρότητας,
 προϋποθέτει στοχασμό καί σεβασμό καί προσευχητική προσοχή, δηλαδή ἐγρήγορση ,
γιά τό ἄν τό ἐπιθυμητό εἶναι σκαλί ἤ βάραθρο,
ἄν εἶναι ἐπίκτητος πόθος
ἤ ἀληθινός πόρος τῆς ὕπαρξης.
   
                   Δέν ἀρκεῖ ἡ ἐπιθυμία γιά νά πραγματωθεῖ αὐτό πού ἡ ψυχή ἀκόμη δέν εἶναι.
                              Ἡ ὕπαρξη φτάνει στήν ἐν δυνάμη καί χάριτι τελειότητα
                                           ὄχι ἐπιθυμώντας ἀλλά μακροθυμώντας.
                                                            Δηλαδή ἀσκητικά.
    
Διότι ἡ στέρηση τοῦ ἐπιθυμητοῦ ὁδηγεῖ σέ ὑπέρβαση.
 Καί ἡ ὑπέρβαση σέ ἐλευθερία ἀπό τά δεσμά τῆς ἀνάγκης καί τῆς χρείας.
     Ἡ στέρηση ἀνοίγει τή συνείδηση περισσότερο ἀπό τήν ἐπιθυμία.
    
                 Ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἄνεμος.
 Ἄνεμος ἀπό τά ἐπαναστατημένα βάθη τῆς ψυχῆς,  ἀπό τήν ἐκρηκτική ζέση γιά ἄμεση πληρότητα.
 Εἶναι ἀφόρητη δίψα γιά ὕδωρ ζῶν.  Μπορεῖ ὅμως νά εἶναι καί θύελλα.
 Θύελλα παθῶν καί ἀποθημένων,  βίαιη καταστολή,
  ἐκτόπιση καί ἀποδόμηση τῆς πιό θεϊκῆς πνοῆς μας.
     
                      Ἡ στέρηση εἶναι φῶς.
  «’Ελάτε νά σᾶς δείξω τή δουλειά τοῦ ταπεινοῦ» ( ΕΛΙΟΤ)
  Ὄχι τόν ἄνεμο ἀλλά τήν εἰρήνη.  Τήν εἰρήνη ἀπό τό ἀναστημένο βάθος τῆς ὕπαρξης.
  Τήν ἔσω γαλήνη, τή νήψη πού ὑποτάσσει τά πέλαγα τοῦ βίου  μέ τή χαρά τῆς χάριτος.
                    Δέν εἶναι ἡ ἐκπλήρωση ἀλλά ἡ πλήρωση πού ἔχει σημασία.
 Tό ἐν πνεύματι καί ἀληθεία βάθος τῆς ψυχῆς πού δίνει στό ἀνθρώπινο πρόσωπο τήν καλοσύνη τοῦ ἥλιου.
 Εἶναι ὁ συγκερασμός τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς μέ τό μυστήριο τοῦ προσώπου.
 Ὁ τρόπος πού τό θαῦμα γίνεται ὁ τρόπος τῆς κατά χάριν φύσης μας.
Τό πραγματικά ἐπιθυμητό δέν εἶναι ἀνάγκη ἐπιβίωσης ἀλλά ἀθανασίας μετοχή. Δηλαδή διαστολή τοῦ χωροχρονικοῦ στό αἰώνιο. Ἀναπνοή ἀπό τήν πηγή τῆς θεότητας.
Εἶναι τόπος Θεοῦ στόν χῶρο μας καί χρόνος Θεοῦ στόν τρόπο μας.
Εἶναι μιά στάση πρός τήν ἔκταση τῆς ἀλήθειας,
μιά ἐν ἀκινησία κλίμακα κίνησης πρός τήν ἱερότητα τῆς ὕπαρξης.
                  Τό πραγματικά ἐπιθυμητό εἶναι τό προσευχητικό.
Ἡ ἐν ἀληθεία προσοχή καί ἐγρήγορση.
Τό ἄνοιγμα πρός τήν οἰκοῦσα ἐν ἡμῖν θεία πνοή πού ἀφουγκράζεται καί ἀποκρίνεται στίς δίψες μας.

ΥΓ. Ἐγγύτητα χάρης. Τό πιό σημαντικό εἶναι ὅτι ὁ λόγος αὐτός ἔφτασε ὡς ἀπόκριση στήν βαθιά λύπη τῆς ψυχῆς πού δέν μποροῦσε νά ξεδιαλύνει τόν ἀποθημένο ἀπό τόν ἀληθινό ἐρωτισμό της.
Ὁ Θεός εἶναι Κύριος. Ἐν τ νηπιότητα τῆς ἀντιλήψεώς μας ζητᾶμε καραμέλες καί ἡ ἀπάντησή Του εἶναι γλυκασμός αἰωνιότητος.
         

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015












Οἱ τεχνικές τς γραφς εναι βοηθητικά ργαλεα τς κφρασης.
 Σέ καμμία περίπτωση δέν μπορον νά μεταγγίσουν ναπνοή στό λόγο. 
Ἡ ἀναπνοή τοῦ λόγου προέρχεται πό τήν πίσκεψη τοῦ  μυστηρίου στήν καρδιά σου.
 Ατό πού χουμε συνηθίσει νά ποκαλομε μπνευση. 
μπνευση θά πεῖ ἐν πνεύματι Θεοῦ  προσέγγιση τς λήθειας 
νάλογα μέ τόν συχασμό τς ψυχς  καί τήν  σκητική συνειδητότητά της.
 Πηγή τς μπνευσης δέν εναι  ὁ νος μας. 
Δέν εναι τό ντιλαμβάνομαι λλά τό καταλαμβάνομαι.
 Ἡ ἔμπνευση λειτουργεῖ τήν κατάληψη τοῦ σημαινομένου τς Δημιουργίας.

Ἡ ἀνάγκη τς γραφς προέρχεται χι πό νάγκη καταγραφς,
 λλά πό νάγκη μαρτυρίας μις δωρες  νοίγματος τς συνειδητότητας,
 μις ἀποκάλυψης πού οἱ λόγοι τν ντων σηματοδοτον.
 Οἱ τεχνικές βοηθον νά γίνει πιό εστοχο, πιό εληπτο, πιό ετυχές καί εηχο
 τό βάθος τς σιωπς πού τά  νοήματα κρύβουν.
Ὁ ἐν ληθεία λόγος δέν προέρχεται πό τίς λέξεις λλά πό τίς λξεις τοῦ Παραδείσου.
 Ἡ ἐν ληθεία τέχνη τοῦ  λόγου συμβαίνει ταν οἱ λέξεις καταλαμβάνονται
 χι πό τό νόημα πού μεταφέρουν, λλά πό τή σιωπή πού λειτουργεῖ τό νόημα. 
Τότε ὁ λόγος ναπνέει διαχρονικά, συγκαταβαίνει διαπροσωπικά,
 μεταφέρει μιάν  ποφατικότητα πού σέ μπιστεύεται,
 πού δέν σέ ξαντλεῖ ἀλλά σέ νάγει ναστάσιμα
 καθώς σέ κάνει μέτοχο δωρεν, μοιράζεται μαζί σου ρτο ζως.
 Ὁ λόγος δέν εναι πρός ασθησιασμό ἤ γνώση, λλά πρός θρέψη τς  παρξης. 
Καί στήν πραγματικότητα δέν εναι τεχνική ἤ τέχνη
 λλά γάπη πού μετουσιώθηκε καί λαβε σχμα  γιά  νά σέ συναντήσει, 
προκειμένου νά ντιληφθες τό ψος καί τό βάθος τς κατά θεόν κλήσης σου.
 Διότι καί ἡ θρέψη τς παρξης χει καί ατή ναν σκοπό:
 τήν πληρέστερη ραιότητα τοῦ κόσμου, τήν φθαρσία του.
Ἡ ἔμπνευση δέν εναι να χάρισμα γιά κάποιους μόνο νθρώπους.
 Ἡ ἔμπνευση εναι πίσκεψη τοῦ μυστηρίου.
  Καί γιά ατό φορᾶ κάθε νθρωπο πού πιθυμεῖ νά πάρχει «’εν ληθεία».
 Μέ τήν μπνευση καί τά πιό  σήμαντα πράγματα ποκτον ερατική σημασία.
 Τό πρόβλημα εναι τι ὁ σύγχρονος νθρωπος χει πειστε
 ὅτι δέν διαθέτει ντιληπτικό ὄργανο γιά τό μυστήριο.
 τσι ὅμως κυριολεκτικά τοῦ κόβεται ἡ ἀνάσα.
 Ἡ ψυχή δέν  ναπνέει, ἡ ψυχή δέν χει χαρά.
 Δέν χει χαρά γιατί δέν ντιλαμβάνεται τόν διο τό Θεό πού μέσα πό τό καθετί κατέρχεται νά τή συναντήσει .
 Τό Θεό πού μέσα πό τό καθετί στέκεται  ξω πό τή θύρα τς καρδις καί κρούει.
 Δέν χει νάσα γιατί χάνει τό ξυγόνο πό τήν ρωτική φύση τν πραγμάτων
 πού τόν καλον σέ βαθύτερη  νότητα καί μολογία.
μπνευση εναι ἡ προσευχητική προσοχή καί γρήγορση τς παρξης.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

  
Mέ ἀφορμή τό πολύτιμο  πόνημα «Πῶς νά εἰσέλθω στήν καρδιά;  /ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ»  τοῦ Μητροπολίτου Διοκλείας  Κάλλιστου Ware, μᾶς δίνετε ἡ εὐκαιρία νά ἀναστοχαστοῦμε γιά τόν οὐσιαστικό ἐπαναπροσανατολισμό τῆς παιδείας μας.
Ἄν σύμφωνα μέ τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ «βαθεῖα καρδία» σηματοδοτεῖ τό ἀνθρώπινο πρόσωπο σέ ὅλο τό πνευματικό του βάθος, 

ἄν ἀποφασίζει γιά τόν αἰώνιο προορισμό μας
ἄν εἶναι τό ἠθικό κέντρο, τό καθοριστικό στοιχεῖο τῶν ἐνεργειῶν μας
ἄν εἶναι ἡ ἔδρα τῆς βαθιᾶς αὐτοσυνειδησίας καί αὐτογνωσίας,
ἄν εἶναι τό ὄργανο τῆς ἐσωτερικῆς ὅρασης, ὁ χῶρος τῆς διαίσθησης καί τῆς γνώσης,
ἄν εἶναι ὁ πραγματικός τόπος ὅπου σκεπτόμαστε καί στοχαζόμαστε
ἄν εἶναι ὁ θεῖος σπινθήρας μέσα μας, τό ἐνδότατο θυσιαστήριο τῆς Ἁγιάς Τριάδος, τό σημεῖο συνάντησης χρόνου καί αἰωνιότητος, χώρου καί ἀπείρου,  κτιστοῦ καί               Ἀκτίστου 
ἄν ἐκεῖ ἐδρεύει ὁ νοῦς
ἄν ἡ καρδιά εἶναι ἡ δυνατότητα διά τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τό Θεό 
ἄν ἀπό τήν καρδιά διέρχεται ἡ θεία  χάρη σέ ὅλα τά μέλη τοῦ σώματος 
ἄν εἶναι τό ἀπόλυτο κέντρο συνειδήσεως καί ἀσυνειδήτου, ψυχῆς καί πνεύματος, πνεύματος καί σώματος, καταληπτοῦ καί ἀκαταλήπτου
ἄν εἶναι τό «παρθένο σημεῖο» καί ἡ «καθαρή δόξα» ἐντός μας
ἄν εἶναι ὁ τόπος  τῆς ἐσωτερικῆς ἡσυχίας καί τῆς θεῖας ἐπιγνώσεως

γιά ποιό ἐπίπεδο κοινωνίας καί πολιτισμοῦ μιλάμε ὅταν ἡ παιδεία μας ὄχι ἁπλῶς περιφρονεῖ  ἀλλά συστηματικά εὐνουχίζει τό ὀντολογικό ἀντιληπτικό αὐτό κέντρο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης;
Ἐνῶ ἡ παιδεία ἔπρεπε νά’ναι ἡ βαθεία χαρά τῆς ἀνακάλυψης καί τῆς συνειδητοποίησης τῆς κοσμολογικῆς σημασίας τοῦ ὑπαρξιακοῦ βάθους καί τῆς μοναδικότητας τοῦ λόγου πού πρεσβεύει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἐνῶ θά ἔπρεπε νά ’ναι ὄχι καταναγκαστική πιέση, ἀλλά ἄφατη γοητεία δημιουργικῆς ἐνδοσκόπησης καί ἐσωτερικῆς γνώσης, πού ἐπενδύει σέ ὅσα ἀποθησαυρίστηκαν  ἀνά τούς αἰώνες, γιά νά τά φωτίσει ὄχι γνωσιολογικά ἀλλά βιωματικά καί σωτηριολογικά, προκειμένου νά ὑπάρξει τόπος γιά τόν ἄνθρωπο στίς κοινωνίες μας ,
ἀντί αὐτοῦ ἀντιμετωπίζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ὥς ὑπολογιστή, καταχωρώντας του γνώσεις καί πληροφορίες, καθώς καί τό πρόγραμμα μέ τό ὁποῖο θά χρησιμοποιήσει καί θά ἐπεξεργαστεῖ αὐτά τά δεδομένα στό μέλλον, καταστρατηγώντας τήν οὐσία τῆς ἐλευθερίας του,  συμπιέζοντάς τον τόσο πολύ ὑπαρξιακά, ὥστε μετά νά τοῦ χορηγεῖ ὥς ἐκτόνωση τόν διασκορπισμό ὥς διασκέδαση, γιά νά ναρκωθεῖ μέ πάθη καί ἀλογίες καί ποτέ νά μήν πάρει στά ἀλήθεια μυρωδιά τό ὕψος τῆς δόξας γιά τήν ὁποία   τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἔχει πλαστεῖ.

Παιδεία πού δέν σέβεται τό ἀνθρώπινο πρόσωπο δέν εἶναι παιδεία. Εὐνουχισμός τῆς καρδιᾶς σημαίνει εὐνουχισμό καί τοῦ νοῦ πού κατοικεῖ στήν καρδιά ( τοῦ ἐν τῇ καρδία νοῡ) μέ συνέπεια τήν ὀντολογική μας στειρότητα. Ἡ ἀληθινή γνώση δέν εἶναι μιά δική μας κατάκτηση,  ἀλλά κίνηση τοῦ Θεοῦ μέσα μας.
Παιδεία πού δέν ἀναγνωρίζει τό ὀντολογικό μας βάθος εἶναι βαρβαρότητα  ὑπαρξιακῆς ἀγνωσίας.




Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Ἐλεύθερη πολιορκημένη φρόνηση,
Ἑλληνίδα πεταλούδα
Στό βηματισμό ἐπιστρέφει χοροῦ
Πού ἀνοίγει τή γῆ νά καταπιεῖ
Τόν πολιτευόμενο Ἅδη.
Ἀκέφαλη ἡ Νίκη σηματοδοτεῖ
Το πεῖσμα τοῦ λαοῦ μας πού ἀκέφαλος ἐπιμένει
Καθώς οἱ πολιτικές ἡγεσίες χρόνους καί χρόνους
Ὕπουλα κατακρεουργοῦν  καί βομβαρδίζουν τίς ρίζες του
Προκειμένου μέ ἀπανωτά χτυπήματα νά ἀφελληνίσουν τόν τρόπο του.  
Ἐπιθυμῶ ἐπίσης  νά μηνύσω στά παλληκάρια
-μέ ἀφορμή τήν εὔστοχη σκηνοθεσία τοῦ τραγουδιοῦ-
πώς τό κοφτερό βλέμμα, τό στιβαρό βῆμα, τοῦ μόχθοῦ ἡ γροθιά
εἶναι ὁ γνήσιος καί ἀληθινός ἐρωτικός χορός τῆς ἀρσενικῆς φύσης
και ὄχι ἡ ἐμετική σωματολαγνεία τῶν  ΜΜΕ.
Ὁ ἔρωτας δέν εἶναι τῆς σάρκας ἀλλά τῆς ὕπαρξης.