.

.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Κατερίνα θηνιώτη-Παπαδάκη

Χαρὰ ἡ τοῦ κόσμου ξένη.
Ποιά παιδεία χαρς παραδίδουμε στὰ παιδιά μας;
Μήπως τὰ ἐγκαταλείψαμε στὸ «καφὲ τς χαρς» τν ΜΜΕ,
 ποὺ διακωμωδεῖ ὅλους τος θεσμος τς  ἀνθρώπινης συνύπαρξης;
Γίναμε στίες γιὰ νὰ γνωρίσουν τὰ παιδιὰ τὴ χαρὰ τν σύχιον,
 τὴ χαρὰ τὴ μυστικὴ ἀπὸ τὴ ζσα πνοὴ τοῦ Θεοῦ στν πνοή μας;
Μὰ πς νὰ μιλήσεις στὰ παιδιὰ γιὰ τοτο τὸ λεπτ
 καὶ κεκρυμμένο μυστήριο τς χαρς σήμερα
 ποὺ ἡ χαρὰ ἔχει ταυτιστεῖ μὲ τν νοησία, τὸ κεν καὶ τὸ θόρυβο;
Θυμμαι χιόνιζε. Στρέφοντας τὸ βλέμμα στν αλὴ 
εδα τὸ μικρὸ παιδὶ ποὺ εχε νοίξει διάπλατα τὰ χέρια του, 
καὶ μὲ τὸ κορμί του σὲ σχμα σταυροῦ γύριζε γύρω-γύρω
 κοιτώντας κστατικὰ πρς τὰ πάνω τν τρελὸ χορὸ τν νιφάδων.
– Ξέρεις τί κανες κεῖ ἔξω; ρώτησα.
– Τι κανα;
– Προσευχή. Εχες γίνει νας ζωντανς σταυρς
 καὶ γύριζες γύρω γύρω σὰ νὰ ελογοσες.
 Εχες διαποτιστεῖ ἀπὸ τὸ μυστήριο τς Δημιουργίας καὶ εχες νοιχτεῖ νὰ τὸ γιορτάσεις.
 Ατὴ εναι ἡ χαρὰ τς προσευχς. Ατὴ ἡ κατάληψη πὸ τὰ μυστήρια το Θεο.
Καὶ ἄλλοτε, μεγαλύτερος, μές στν καρδιὰ τοῦ θέρους,
 μὲ τὸ κύμα μως νὰ ξεπερνᾶ τὸ μπόι του, ρπαγμένος πὸ τν γριο παλμὸ τοῦ στερεώματος,
 βάδιζε πέντε, δέκα βήματα κατὰ μκος τς κτς κι στερα στρεφε πρς τὰ νερά,
 τέντωνε τὰ χέρια, παιρνε πάλι τὸ σχμα τοῦ σταυροῦ τὸ σμα,
 σπου τὰ κατέβαζε καὶ βάδιζε πάλι πέντε δέκα βήματα
 καὶ ξανὰ ἀπ’ τν ρχὴ ὁ ἴδιος χορς, ὥσπου στὸ τέλος
 κανε χωνὶ τὰ χέρια στὸ στόμα του καὶ δυνατὰ φώναξε στ’ γρια λμυρὰ νερὰ τὸ ὄνομά του.
 Λαβαίνω κι γὼ ἀφορμὴ  καὶ στος γριους κυματισμος τν δοκιμασιν
 τοῦ θυμίζω τὸ μυστήριο ποὺ τν γραφε σταυρὸ στὸ ἀκρόγιαλο,
 φήνοντας μάλιστα ς λπίδα ερήνης στὴ φουρτούνα τ’ νομά του.
Στν καλύτερη περίπτωση διδάσκουμε τὰ παιδιὰ τν προσευχή,
 λλὰ λησμονομε νὰ τος δείξουμε τὴ χαρὰ τς προσευχς,
 τν παλμὸ καὶ τν θεο δυναμισμὸ ποὺ μεταγγίζει εροκρυφίως στὴ ζωή τους.

«Ἡ ἀληθινή χαρά εναι ἡ πονεμένη», γράφει ὁ Κόντογλου. Πονεμένη λλὰ μακρόθυμη. 
Ἡ χαρὰ δν εναι δρόμος τοῦ κόσμου, ὅπου παντοῦ καραδοκεῖ ὁ θάνατος.
 Ἡ χαρὰ εναι ὁ δρόμος τοῦ πόνου, που παντογρηγορεῖ ὁ Ἀθάνατος.
Ἡ χαρὰ δν εναι κάτι ποὺ θὰ βρες. Ἡ χαρὰ σοῦ ἔχει δη δοθε.
 Εναι τὸ φς τοῦ Θεοῦ ποὺ κατοικεῖ στν καρδιά σου. 
Εναι ἡ δυνατότητα ποὺ ἔχει δοθεῖ στν παρουσία σου νὰ γίνει τὸ «χημα λίου τοῦ νοητο»,
 ὁ  «νας τοῦ πνεύματος», τὸ «ψος τὸ ἄρρητον» πρς τὸ ὁποο ἔχει κληθεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση σου.
 δῶ βρίσκεται τὸ ἱερὸ ἔδαφος τς προσευχς ς μετοχὴ τς χαρς στὴ χάρη. 
ς μετοχὴ τοῦ εναι στὸ ἀεὶ εναι.
 κενο ποὺ ὁ ἅγιος σακ ὁ Σρος λέγει: «Ἡ χαρὰ ἡ ἐν τῷ Θεῷ εναι σχυροτέρα τς παρούσης ζως.» 
Διότι ατὴ ἡ χαρὰ ὑπερβαίνει τὴ φθορὰ τοῦ κόσμου, περβαίνει τς δοκιμασίες. 
Εναι ἡ κλίμακα ἡ μυστικὴ ποὺ φέρνει μιὰ λεπτὴ καταλλαγὴ καὶ ἀγαλλίαση
 ς νὰ βρισκόμαστε «μέσον πυρς στάμενοι καὶ μὴ φλεγόμενοι» 
διότι εμαστε ναμμένοι πὸ τὸ πρ τς θεότητος.
Δν εναι ἡ χαρὰ ἡ πόρνη τοῦ κόσμου τούτου,
 ἡ ταυτισμένη μ τν δονή τ σκοτεινοχαρ
 πο σ γεμίζει πληγς κα διαβρώνει τν ρετὴ τοῦ προσώπου
  καταπνίγοντας τν ἐλπίδα  πο φέρνει  ὁ Θες στν κόσμο μτν παρουσία σου. 
Ατὴ ἡ  ἀφώτιστη χαρὰ εναι κενὸ καὶ κακία πο κατακερματίζει τν παρξη κα διασπ  τν κόσμο.
 Ἡ ἐν τῷ Θεῷ χαρὰ συμπάσχει μετὰ πασχόντων κα χαίρει μετὰ χαιρόντων.
 Εναι καρδιὰ ποὺ φλέγεται, ποὺ διακονε, πού γίνεται τρόπος κα χρόνος σταυραναστάσιμος.
 Παίρνει στος μους της τὸ βάρος τοῦ κόσμου γιὰ νὰ ἐμφυσήσει σ’ ατὸ πνοὴ ζως,
 στοργὴ παραδείσια στε ν’ νακτήσει πάλι ὁ κόσμος τν κεκρυμμένη του ραιότητα,
 ν’ ναστηθεῖ  ἐκπεσμένη του δόξα.
 «Χριστς νέστη χαρά μου» προσφωνοσε ὁ ἅγιος Σεραφεμ τοῦ Σάρωφ ποιον συναντοσε.
 Διότι κάθε παιδ τοῦ Θεοῦ  ἀποτελεῖ τς χαρς  τὸ ἀναστάσιμο σήμαντρο.
 «Νν πάντα πεπλήρωται φωτός», καλύτερος ρισμς γι τ χαρὰ ὡς ἀναστάσιμη μετοχ  δέν πάρχει.
– Διψ, εχε πε ο μικρς φτάνοντας γιὰ προσκύνημα στὸ πατρογονικό  Κακοπέρατο.
– Ζήτα πὸ ατὸ τὸ νερὸ γιὰ νὰ μν ξαναδιψάσεις ποτέ,
 τοῦ επα καὶ τν δήγησα στὸ εκόνισμα τς Ζωοδόχου Πηγς.
 Καὶ ἀπὸ τότε ατὴ ἔγινε ἡ φυσική μας κίνηση σὲ κάθε προσκύνημα.
 Μὲ τραβοσε πὸ τχέρι καὶ μὲ ὁδηγοσε στοῦ «ζντος δατος» τν «πηγὴ τν κένωτο».
«Χαρε χαρς δοχεον.» Δν βρίσκεται στήν κπόρνευση ἡ χαρά μας λλ στν ναπαρθένευση.
 Μ τν ννοια το Παύλου Εδοκίμωφ:
 «Σκοπς το γάμου εναι  διάσωση τς παρθενικότητας τν συζύγων.» 
Χριστός,ἡ ἀληθιν καί ἄχραντος χαρ τοῦ κόσμου. 

Ζήτησε ὁ δάσκαλος νὰ ξέρουν τν πόμενη μέρα τὸ «Πάτερ μν» π’ ξω.
– Δν εναι μάθημα ατό, επα. Ατὸ εναι ἡ προσευχὴ τοῦ Κυρίου.
 Δν μαθαίνεται πως τὰ μαθήματα. Ατὸ εναι χαρ θείας  κοινωνίας.
– Τί θὰ κάνουμε; ρώτησε.
– Σήκω, θὰ ἀνηφορίσουμε ς τὸ ξωκκλήσι τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου.
Μετουσιώθηκε ἡ πορεία σ μυστικὴ ἀγωγή. λα γύρω μας σιωποσαν νὰ ἐνδυναμώσουν τν λόγο. 
λα προσεύχονταν. Ἡ ἐσπερινὴ αρα συνηγοροσε.
 ναβα μ τίς παραβολς τοῦ Χριστοῦ τὰ νοήματα 
καὶ ἡ μυρωμένη σιωπὴ τς κτίσης βοηθοσε νὰ διαποτίσουν τὴ μνήμη. σπου φτάσαμε.
 Σαρώσαμε τὸ ξωκκλήσι, βάλαμε λαιο καὶ φλόγα στς φωλις τν καντηλιν, 
νάψαμε τὸ θυμίαμα καὶ ζητήσαμε τὴ μεσιτεία τοῦ ἁγίου.
γιος ὁ Θεός, γιος σχυρός, γιος θάνατος ἐλέησον ἡμᾶς.
 Ἄρχισε μὲ συστολὴ νὰ λέγει τὸ «Πάτερ μν»,
φουγκραζόμενος τν δικό μου ψίθυρο που ξεχνοσε τὸ λόγο.
ταν μετὰ τὸ «Δι’ εχν» κινήσαμε νὰ φύγουμε,
 πρόσμενα να τεράστιο φεγγάρι σν παρρησία Θεοῦ μς ρπαξε.
– Εδες, εναι κλειδὶ τὸ «Πάτερ μν»,
 νοιξε τν ορανὸ κι ναψε κι ατς γιὰ μς τὸ καντήλι του, νά ’χει ερὸ φς ἡ πορεία μας.
 Δν εναι πλὰ λόγια ἡ προσευχή. Εναι κίνηση θείας ζως στὴ ζωή μας.
 Νὰ τὸ θυμσαι καὶ νὰ κρατς τὸ κλειδί της στν ψυχή σου.
Κι λλη φορὰ τν βρκα μαζεμένο, σκεφτικό, βαρύθυμο.
– Τί χεις; ρώτησα.
– Νά, ὁ φίλος μου ὁ Κώστας θὰ μείνει σὲ καλύτερο χωριὸ ἀπὸ τὸ δικό μας,
 ποὺ ἔχει παιδιά, κούνιες καὶ σχολεο.
– Δν μοῦ λές, τν γαπς τν Κώστα;
– Φυσικά.
– Καὶ τί ζητς στν προσευχή σου, νὰ εναι καλύτερα ἢ χειρότερα πὸ σένα;
– Ατὸ εναι; επε καὶ πετάχτηκε ξω καὶ ἔπαιζε χαρούμενος.
Διότι εναι ἡ προσευχὴ τὸ ἀναστάσιμο σμα τοῦ κόσμου. 
νας νθαδικς τόπος μετάστασης στς ελογίες τοῦ Παραδείσου.
 που λοι, ζντες καί κεκοιμημένοι, πρόγονοι καί πόγονοι
 ν Χριστ γινόμαστε να σμα πού περβαίνει κάθε χωροχρονική τραγικότητα.
Ατὴ τν γωγὴ τς χαρς ποὺ ὑπερβαίνει χρο καὶ χρόνο, τὴ «θανάτῳ θάνατον πατήσασα», 
τν ερὴ χαρὰ ποὺ εναι μπόλιασμα θείας δύναμης τν παραδώσαμε στὰ παιδιά μας;
 Ἢ μήπως τν γκλωβίσαμε σὲ πρόσκαιρες μέριμνες μὲ στόχο τοῦ Γολγοθᾶ τὰ ἀργύρια;
Τὰ κάναμε νὰ νιώσουν στὸ ἄναμμα τοῦ κεριο
 τὸ μυστικὸ ἀγνάντεμα τν πραγμάτων π τὰ ἔσχατα τς θείας καθολικότητας;
 ναψαν οἱ ὀφθαλμοί τους π τν ασθηση Θεοῦ στν καρδιά τους; 
λλοιώθηκαν π τν γλυκασμ τς γγύτητάς Του; 
Γεύθηκαν τν λευθερία τους ς διαστολ τς αωνιότητας
 π τ μπόλιασμα τοῦ πνεύματός τους στ Πνεμα τοῦ Θεο;
 νστερνίστηκαν τ σπουδή τοῦ σταυρο
 ὡς γωγ καί ρωγὴ διακονίας γι τν ναστάσιμη χαρ τοῦ κόσμου;
 γινε ἡ θεία χάρη ὁ τόπος κα ὁ τρόπος τς χαρς τους;πάρχουν ς υο φωτός;
Καί πς νσταλάχτηκαν λα τοτα στν συνειδητότητά τους;
 φήσαμε τν Θεό ν γάπν λευθερίᾳ καί ληθείᾳ ν τ ἐπισκεφτε;
 Γίναμε ἡ γόνιμη σιγ κα ἡ προσευχ γι ατά;
 Μς εδαν ερηνόχυτα νὰ δακρύζουμε γι τν χαρά τους κα τ χαρ  λάκαιρου το κόσμου;

– Μν κάνεις τόσους σταυρούς. Καὶ μὲ λιγότερους σώζεσαι.
– Μὰ ατοὶ δν εναι γιὰ μένα. Γιὰ μένα καναν οἱ παποδες μου.
 Ατοὶ εναι γιὰ σένα, πάντησα, καὶ τί γυρνᾶ καὶ μοῦ λέει ὁ μικρός.
– , τότε νὰ κάνεις περισσότερους!

«Κατερινιώ μου μάλαμα,
Κατερινιώ μου μέλι,
Κατερινιὼ κρύο νερ
ποὺ πίνουν οἱ ἀγγέλοι»!
Τόσο πλὰ χύνονταν π’ τὸ νανούρισμα τς μάνας ἡ χαρὰ ἡ μυστικὴ στν ψυχή μου.
«Τέτοια χαρὰ πς τὴ βαστον,
πς τν νασηκώνουν
νὰ μὴ διψονε οἱ θνητοί
κι οἱ ἄγγελοι βουρκώνουν;»

Προσευχήσου.
 Κάνε τὸ εναι, ε εναι μετὰ τοῦ συνανθρώπου καὶ ε εναι μετὰ το Θεο. Χαρε.


Δημοσιεύθηκε στο τχ 281 (Μάιος 2016) της "Πειραϊκής Εκκλησίας",
 μέσα στα πλαίσια του αφιερώματος «Χαρά εν όλω τω κόσμω».

πηγή ψηφιακού κειμένου: Αντίφωνο
«Ἡ ὑψηλότερη μορφή ἄνοιξης πού ξέρω: μιά ἑλληνική Μεγάλη Ἐβδομάδα» (Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ)
ὅπου «τά πάθη τά σεπτά ὡς φῶτα σωστικά» ἀνατέλλουν στόν κόσμο.
Τά πάθη τά σεπτά μᾶς λυτρώνουν ἀπό τά πάθη τά μεμπτά.
Ὁ νυμφώνας εἶναι κεκοσμημένος  ἀπό τοῦ  Ἀπαθοῦς τά πάθη.
Πάσχα μυστικό. Ξάφνου ὁ «κάλλει ὡραῖος», ὁ ὡραῖος τῆς ἄκρας ταπείνωσης ,
«ὁ πάντα φέρων συμπαθῶς καί πάντα σῶσας τῆς ἁρᾶς» μᾶς συγκαλεῖ
πρός «ἑστίασιν πνευματική... τῆ μέθεξη τῶν παθημάτων» Του.

 Τό  συμπάσχω πού εἶναι ὀ τραγικά κενός τόπος τοῦ πολιτισμοῦ μας,
γίνεται ὁ καινός τόπος τοῦ Θεοῦ.


Κατανύσσεται ἡ ἄνοιξη καί ὡς δάκρυα προσφέρει ἄνθη «στόν καλύψαντα ἀρετή τούς οὐρανούς».
«Οὐ γάρ ἦλθον διακονηθῆναι ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχή μου λύτρο ὑπέρ τοῦ κόσμου».
Σεπτά μυστήρια τά πάθη Του. Μυσταγωγία μαθητείας καινῆς,
ὥστε νά πάψουμε νά ὁμοιάζουμε  «τοῖς ἔθνεσιν...εἰς τό κατάρχειν τῶν ἐλαχιστοτέρων».

Δέν ὑπάρχει τόπος θανάτου πού δέν τόν προσέλαβε ὁ Κύριος.
Ἐκούσια ἀναλαμβάνει κάθε ἀτιμία, κάθε κατάρα, κάθε πόνο καί κράτος Ἅδου γιά νά τό καταλύσει.
Γίνεται πρόσφυγας, συκοφαντεῖται, προδίδεται, ἐγκαταλείπεται, ἐμπαίζεται, μαστιγώνεται
καί μέ τόν πιό ἀτιμωτικό θάνατο θανατώνεται.
Περνᾶ μέσα ἀπό τόν κάθε θάνατο γιά νά νικήσει κάθε θάνατο.
Γιά αὐτό νικητήρια ψάλλομε:  «Ποῦ σοῦ, θάνατε, τό κέντρον;».
Ποιά ἐξουσία σου πάνω στήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη δέν καταλύθηκε;
 Ὁ ἀναστημένος Κύριος δέν εἶναι  Κύριος ἔπαρσης ἀλλά διακονίας.
Ἡ ἀνάστασή Του συμβαίνει γιά τή δική μας ἀνάσταση.
Δέν εἶναι ὁ ἀναστημένος νικητής πού μέ ἔπαρση τραβᾶ γιά τόν οὐρανό,
ἀλλά ὁ ἀναστημένος Κύριος τῆς ἀγάπης πού σκύβει,
σά νά βάζει μετάνοια γιά ὁλόκληρο τό γένος τῶν ἀνθρώπων
καί ἀπεγκλωβίζει  ὅσους δέσμιους κρατοῦσε ὁ Ἅδης.

«Τέτρωται Ἅδης ἐν τῇ καρδία δεξάμενος τόν τρωθέντα λόγχη τήν πλευράν 
καί στένει πυρί θείῳ δαπανώμενος».
Ὡς νέος Ἀδάμ ὁ Χριστός, ἀπό τήν πλευράν του  ἀναπλαθώμεθα φυσίζωοι.
Ὥστε κάθε πού Ἅδης βίου  μᾶς ἐπιβουλεύεται ,ἀναμμένους  νά μᾶς βρίσκει
ἀπό τό ἀναστάσιμο πύρ τῆς θεότητος καί νά δαπανάται, νά καταλύεται.
Κάθε πού μᾶς δοκιμάζει νά πικραίνεται,
διότι «Ἑσκύλευσε τόν Ἅδην ὁ κατελθών εἰς τόν Ἅδην.
Ἐπίκρανεν αὐτόν, γευσάμενον τῆς σαρκός αὐτοῦ».

Χριστός  ὁ τῆς «ἄλλης βιοτῆς,τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν».      

Ἡ ὑψηλότερη μορφή ἀγάπης πού ξέρω:
ἡ χοϊκή μου χούφτα ἔλκεται ἐκ λάκκου κατωτάτου ἀπό τή δεξιά τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ.

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Κατερίνα Αθηνιώτη Παπαδάκη

 Ἐκκλησιάζεται τό φς;
χει ανάγκη πό κκλησιασμό τό φς;
─ Tί προσπαθεῖς νά μοῦ πεῖς;
─ Αὐτοπροσδιορίζεται, αὐτονομεῖται
 ἀπό τήν ὑπόλοιπη Δημιουργία
 ἤ ἀποτελεῖ λειτουργικό της κύτταρο;
─ Ὁ ἐκκλησιασμός ὅμως ἀναφέρεται στή σχέση μας μέ τό Θεό.
─Τό φῶς, λοιπόν, μετέχει  στήν εὐρύτερη συμπαντική λειτουργία
 καί ἔχει μέσα σέ αὐτήν μιά ἰδιαίτερη θέση, μιά ἰδιαίτερη κλήση, ὅπως καί τό καθετί,
 ὅπως καί ὁ ἄνθρωπος. Πές μου ὅμως, ὑπάρχει κάτι πού δέν ἀναφέρεται στό Δημιουργό του; 
Ὑπάρχει κάτι γιά νά ὑπάρχει, χωρίς νά λειτουργεῖ ὁ λόγος τῆς παρουσίας του τή μυστική δόξα τοῦ Θεοῦ;
─Ὁ  ἄνθρωπος πάντως εἶναι σέ θέση νά φωτίσει τά πράγματα.
─ Ἐδῶ βρίσκεται ἡ ρίζα κάθε τραγικότητας. Διότι ὁ άνθρωπος συνάμα μπορεῖ καί νά συσκοτίσει τά πράγματα. Ὄχι ἁπλῶς γιά νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος φῶς, ἀλλά κυρίως γιά νά γίνει ὁ ἴδιος φῶς τοῦ κόσμου χρειάζεται μιά ὁρισμένη ἀσκητική, μιά ἰδιαίτερη ἀγωγή, ἕνας συγκεκριμένος τρόπος βίου. Χρειάζεται μιά ὑπ-ακοή πρός τή θεία κλήση του.
 Ὁ ἐκκλησιασμός εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἠ ὑπ-ακοή προκειμένου νά  γεωργηθεῖ ἀπό τό θεῖο φῶς  ἡ ζωή του .
       Ἀνάβοντας κερί εἰσερχόμαστε στό ναό.
 Καί τό ταπεινό φῶς τοῦ κεριοῦ ἐκκλησιάζεται μαζί μέ τό διψασμένο φῶς τῆς ψυχῆς μας,
 ἐνῶ συντρέχουν ὁλόγυρα τά ἀναμμένα ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα πρόσωπα τῶν ἁγίων.
 Καί δέν εἰσερχόμεθα μόνοι ἀλλά πλήρεις,
 φέρνοντας μαζί μας ὅλους τούς ἀγαπημένους μας,
 ζῶντες καί κεκοιμημένους νά ἐκκλησιαστοῦν στό ζωοποιό φῶς τῆς Κοινωνίας τοῦ Θεοῦ.
Ἐπαίρεται σήμερα ὁ ἄνθρωπος πώς δέν χωρᾶ ὁ ἐκκλησιασμός στήν πρόοδό του. Ἀλλά τό φῶς τοῦ ἀνθρώπου πού δέν ἐκκλησιάζεται, πού δέν ἐπιθυμεῖ νά εἶναι ὑπάκουο στήν κατά Θεόν κλήση του, ἔγινε αἰτία μέχρι καί τό φῶς τοῦ ἥλιου νά γίνει ἐπικίνδυνο.
Εἶναι γεγονός ὅτι ἔχουν ἀλλάξει οἱ καιροί.
 Ἐάν τό ἐρώτημα περί ἐκκλησιασμοῦ τῶν μαθητῶν
 ἐτίθετο στούς Ἕλληνες μετά ἀπό τήν ἀπελευθέρωσή τους ἀπό τήν Ὀθωμανική αὐτοκρατορία, 
θά γύριζαν ἔκπληκτοι, ἄφωνοι καί τό βλέμμα τους θά μᾶς κατακεραύνωνε
 φορτωμένο τό «ἐν τούτῳ νίκα» τοῦ τρόπου μας.
Ἡ ἐλευθερία δέν ἦταν ἁπλῶς ἡ ἀποτίναξη τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ 
ἀλλά ἡ ἀνάσταση τοῦ γένους, δηλαδή ἡ εὐδοκίμηση τοῦ κατ’ ἀλήθειαν τρόπου του.
Ὁ οὐσιαστικός χωρισμός κράτους καί ἐκκλησίας δέν προκύπτει μέσα ἀπό νομοθετήματα,
 ἀλλά προκύπτει ἀπό τήν ἀποκοπή μας  ἀπό τή ρίζα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀγωγῆς.
 Ὅμοια καί ἡ ἑλληνική γλώσσα δέν ἀλλάζει μέσα ἀπό νομοθετήματα, 
ἀλλά ὅταν ὀρφανεύει ἀπό τή νηπτική ἀγωγή καί ἐκπίπτει ἀπό ὄργανο ὀντολογικοῦ φωτισμοῦ
 πού ὀνοματοδοτεῖ τόν κόσμο σέ χρηστικό ἐργαλεῖο ἐπικοινωνίας.
 Τότε δέν ἔχει σημασία ποιά γλώσσα θά χρησιμοποιήσεις, ἑλληνική, διεθνή ἤ ὅποια ἄλλη, 
ἀφοῦ ἔχεις προηγουμένως ἀφαιρέσει ἀπό αὐτήν τήν «ἐκκλησιαστική» της κίνηση.
Τό πραγματικό ἐρώτημα δέν εἶναι αὐτό τοῦ ἐκκλησιασμοῦ. 
Τό πραγματικό ἐρώτημα εἶναι αὐτό τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀγωγῆς.
 Εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική ἀγωγή παιδεία; Κι ἄν εἶναι γιατί ἀπουσιάζει ἀπό τήν παιδεία μας;
Ἀντικαταστήσαμε τήν παιδεία ἐν νουθεσίᾳ Κυρίου μέ μιά παιδεία κατευθυνόμενη ἀπό τίς ἀνάγκες τῆς ἀγορᾶς. Ἀντικαταστήσαμε τόν εὐαγγελισμό τοῦ προσώπου μέ τόν ἐπαγγελματισμό του. Γι’ αὐτό καί τά ἔργα μας καταστρατηγοῦν τήν ἁρμονία τῆς κτίσης.
Ἡ ἐκκλησιαστική ἀγωγή δέν εἶναι μία γνωσιολογική διαδικασία.
 Ἡ ἐκκλησιαστική ἀγωγή ἀποτελεῖ τήν εἴσοδο σέ ἕναν συγκεκριμένο τρόπο βίου.
 Εἶναι ἡ ἀγωγή ἡ μυστική ἡ «θανάτῳ θάνατον πατήσασα».
 Παραιτεῖσαι, νεκρώνεσαι ὡς πρός τούς τρόπους τοῦ κόσμου,
 ἀπό τά σκληρά δεσμά τῆς ἀνάγκης καί τῆς χρείας, γιά νά ἀναστηθεῖ μέσα σου ὁ τρόπος τῆς χάρης,
 ὥστε νά ὑπάρξεις ἐν μυστικῇ ἐλευθερίᾳ πέρα ἀπό χῶρο καί χρόνο, ὡς πολίτης τῆς αἰωνιότητας.
 Ἐδῶ ἡ ἀλήθεια ἤ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀξία, δέν ὑπάρχουν ὡς ἰδεολογήματα ἀλλά ὡς μετοχή,
 ὡς βιοτή πού σέ ὁδηγεῖ μέσα ἀπό τήν ἐγκράτεια, τή νηστεία, τήν προσευχή, τήν ἀγρυπνία, 
τήν ἐγρήγορση, τή διακονία, τήν κατάνυξη καί τήν ἀναγωγή τῆς θείας λειτουργίας 
στήν ἀναστάσιμη κλήση σου, ὥστε νά ὑπάρξεις ὡς υἱός φωτός.
Ἡ ἐκκλησιαστική ἀγωγή εἶναι ἔξοδος ἀπό τή φθορά πού πολιορκεῖ τή ζωή, στήν ἀφθαρσία πού νοηματοδοτεῖ τή ζωή. Ὡς ἀγωγή ἀφθαρσίας ἀποτελεῖ τόν καινό τόπο ἐν Θεῷ, πέρα ἀπό τίς συμπληγάδες τοῦ χωροχρόνου.
Ὡς πολιτική ἀγωγή δέν μᾶς ἐξομοιώνει μέ τά ἔθνη «εἰς τό κατάρχειν τῶν ἐλαχιστοτέρων»
 ἀλλά «ὁ πρῶτος οὐν ὑμῶν ἔστω πάντων διάκονος, ὁ ἄρχων ὡς ὁ ἀρχόμενος, ὁ προκριθείς ὡς ὁ ἔσχατος» (τροπάριο τῆς Μεγάλης Δευτέρας).
Ὡς κοινωνική ἀγωγή μέτρο λαμβάνουμε ἀπό τήν τελική κρίση: «ἐπείνασα γάρ, καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καί ἐποτίσατέ με, ἠσθένησα, καί ἐπισκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καί ἤλθετε πρός με» (Ματθ. κε΄35-36) κάθε πού συντρέξατε τόν ἐλάχιστο ἀδελφό σας.
Ὡς ἀγωγή εἰρήνης «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τούς καταρωμένους ὑμᾶς, 
καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καί προσεύχεσθε ὑπέρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καί διωκόντων ὑμᾶς» (Ματθ. ε΄44).
Ὡς ἀγωγή ἐλευθερίας «ὡς μηδέν ἔχοντες καί  πάντα κατέχοντες» (Β΄ πρός Κορινθ. στ΄10),
 διότι «πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλά οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλά οὐ πάντα οἰκοδομεῖ» (Πρός Κορινθ. Α΄ ι,23), «οὗ δέ τό Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία» (Β΄ Κορινθ. γ΄17)
«ὁ γάρ καρπός τοῦ Πνεύματος ἐν πάσῃ ἀγαθωσύνῃ καί δικαιοσύνῃ καί ἀληθείᾳ» (Πρός Εφεσ. ε,9),
 «ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματος ἐστίν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια· κατά τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος» (Πρός Γαλάτ. ε΄22,23).
Καί μετουσιώνεται ἔτσι σιγά σιγά τό ἀνθρώπινο πρόσωπο στό μυστικό ἥλιο τοῦ κόσμου. Λαμβάνει πρόγευση τοῦ ἀνέσπερου «σήμερον» καί τό σκότος δέν εἶναι σκότος πλέον, ἀλλά εἶναι σκαπάνη καί βύθισμα, συστολή καί σιωπή, ἐγρήγορση γιά οὐσιαστικότερη πληρότητα φωτός. Τό σκοτάδι δέν εἶναι πλέον ἀπουσία φωτός ἀλλά ἀποφατισμός, εἶναι ἀναφορά στό μυστήριο.

«Ἡ ὑψηλότερη μορφή ἄνοιξης πού ξέρω:
μιά ἑλληνική Μεγάλη Ἐβδομάδα» Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ
Ὁ κατερχόμενος Χριστός, εἶναι ὁ Χριστός τῆς ἄκρας ταπείνωσης, ὄχι ὡς θῦμα τοῦ κόσμου ἀλλά ὡς Νυμφίος. Νυμφίος πού πάσχει ἐκούσια καί θυσιάζεται γιά τήν ἀγαπημένη Του. 
Καί ἡ ἀγαπημένη του εἶναι ἡ Ἐκκλησία, δηλαδή ὅλοι ἐμεῖς ἐπανακεντρισμένοι στήν κατά Θεόν κλήση μας. Νηστεύοντες καί συμμετέχοντες στό θεῖο δράμα, ἀρχίζουμε νά συμπάσχουμε καί νά βιώνουμε τήν ἐκούσια θυσία τοῦ πιό ἀγαπημένου, τή θυσία τοῦ Θεοῦ μας.
 Καί διαποτιζόμαστε ὄχι ἀπό μίσος ἤ ἐχθρότητα γιά τόν κόσμο,
 ἀλλά ἀναγνωρίζοντας στά πάθη τοῦ Χριστοῦ, τά πάθη τοῦ ἀνθρώπινου γένους, 
βυθιζόμαστε, ἀρπαζόμαστε ἀπό μιά θεία σιωπή, μιά κατάνυξη ἀποφατικῆς εἰρήνης καί μακροθυμίας.
 Σά νά βεβαιωνόμαστε ὀργανικά πώς ἀφοῦ ὁ Θεός συμπάσχει γιά μᾶς,
 ἀφοῦ ἐνταφιάζεται μαζί μας, δέν ἔχουν τά πάθη καί ὁ θάνατος καμμία ἐξουσία πάνω μας. 
Ξαγρυπνώντας τόν Ἐσταυρωμένο καί συνοδεύοντας τόν ἐπιτάφιο θρῆνο, 
ὀξύνεται σιγά σιγά ἡ ὅραση καί ἡ ἀκοή τῆς καρδιᾶς, ὥστε νά σκιρτήσει ἡ μεγάλη χαρά τοῦ ἀναστάσιμου φωτός μέσα της.
Χρόνο μέ τό χρόνο, περνώντας κάτω ἀπό τόν Ἐπιτάφιο καί ἀνάβοντας μέ ἀναστάσιμο φῶς  τή λαμπάδα τῆς ψυχῆς μας, μαθητεύουμε στή ζωή πού νικᾶ τό θάνατο, τόσο πού ἡ ἀνάσταση γίνεται ἡ φυσική μας ἀναπνοή, ἡ χάρη τῆς πίστης μας, καί δέν ὑπάρχουν πιά νεκροί,
 ἀλλά ζῶντες καί κεκοιμημένοι πού συμπορεύονται ἀναστάσιμα πρός ἀπάντηση (συνάντηση) Κυρίου.
Δίχως τήν ἐκκλησιαστική ἀγωγή, ἡ ἀνάσταση θά ἦταν μιά λέξη, ἀλλά τώρα εἶναι ὁ ἱερός τρόπος πού μπολιάζει τή ζωή μας στό παραδείσιο ξύλο τοῦ Σταυροῦ.
Τό ἐρώτημα λοιπόν δέν εἶναι ἐρώτημα ἐκκλησιασμοῦ, ἀλλά ἐρώτημα ἀγωγῆς. Πορευόμεθα ἀπό τό θάνατο στή Ζωή ἤ ἀπό τή ζωή στό θάνατο, πολιορκημένοι  ἀπό τό ναρκισσισμό τῶν ἐφήμερων ἐπιτευγμάτων μας;
Εἶναι ἡ παιδεία μας ἡ «Μεγάλη Ἐπιστροφή» ἤ ἡ μεγάλη ἀντιστροφή τοῦ εἶναι μας;


Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Φορητή εικόνα από το χέρι του Φώτη Κόντογλου.
πηγή κειμένου: Aντίφωνο