.

.

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

 Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ:
ΧΩΡΙΣ ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ





Ὑπάρχει σημαντικότερο ἔργο ἀπό τό νά φέρουμε σωστούς ἀνθρώπους στήν κοινωνία; Ποιός ἐπωμίζεται αὐτή τήν εὐθύνη;
Τό παιδί τῶν ἔξι ἐτῶν πού μπαίνει στήν δημοτική ἐκπαίδευση ἔχει κιόλας τό φίλτρο ἑνός χαρακτήρα.
 Εἶναι ἤδη  ἕνας ἄνθρωπος μέ προκαθορισμένο πλαῖσιο ἀντίληψης.
 Ἡ συνειδητότητά του ἔχει κιόλας μιά συγκεκριμένη ποιότητα.
 Ἔχει ἀποκτήσει ἤδη ἕναν καίριο προσανατολισμό εἴτε πρός τό «κοινωνεῖν καί ἀληθεύειν» 
εἴτε πρός τό «ἰδιωτεύειν» καί τό συνακόλουθο ψεῦδος.
Ἔχει ἤδη καλλιεργηθεῖ μιά κλήση εἴτε πρός φιλαυτία εἴτε πρός τήν ἀπεραντοσύνη τῆς θείας καθολικότητας.
 Εἴτε πρός τό ἐπτασφράγιστο Ἐγώ εἴτε πρός τό θεόπνευστο Εἶναι.
Κι ὅλο αὐτό τό μέγεθος τῆς οὐσίας ἤ τῆς ἀνοησίας ἔχει ἐνσταλαχθεῖ ἀπό τή μήτρα τῆς οἰκογενειακῆς ἐστίας.
 Ἡ μάνα εἶναι ἡ ἱερή φάτνη τοῦ βρέφους. Ἡ ἐκστατική σιωπή τῆς καρδιᾶς μπροστά στό θαῦμα τοῦ νεογέννητου
 πυροδοτεῖ τή διαφύλαξη καί διαπαιδαγώγηση τῆς νέας ὕπαρξης.
 Ἡ μητέρα εἶναι ἡ πρώτη «φυλακή», ἡ πρώτη «σκέπη» τῆς ὕπαρξης. Τῆς ζωῆς τό ταξίδι ξεκινᾶ μέσα ἀπό τήν ἀγκαλιά της.
 Ἡ ἀγκάλη της μετουσιώνεται σέ παραδείσιο ὅρμο.
 Ἐκεῖ μέσα ὅλος ὁ κόσμος ἀθωώνεται, σά νά ἐνδύεται «τή στολήν τήν πρώτη» προκειμένου νά διαφυλαχτεῖ ἡ ἀθωότητα τοῦ νεογέννητου.
 Τό νανούρισμα, τό ταχτάρισμα, ὁ μύθος, τό παραμύθι καί παράλληλα ὁ ἐκκλησιασμός ἀποκτοῦν μιά τρυφερή διάσταση ἀγωγῆς.
 Στόχος της δέν εἶναι μόνο νά τό φροντίσει, νά τό μεγαλώσει, ἀλλά νά τό «ἀναστήσει» καθώς εὔστοχα ἔλεγαν οἱ παλαιότεροι.
Νά παραδώσει δηλαδή, ἄνθρωπο πού διαισθάνεται τήν ἀξία του, τό ὕψος τῆς ἀποστολῆς του μέσα στόν κόσμο καί τό βάρος τῆς ἀθανασίας του.
Τό χαϊδολογεῖ, τό φιλᾶ, τό καλοκαρδίζει:
«Ξύπνα καρδούλα μου, ξύπνα ἀγγελούδι μου νά βοηθήσεις τόν ἥλιο νά φωτίσει τόν κόσμο».
Κι αὐτό ἀνταποκρινόμενο: «Ὤ μαμά,  μυρίζεις οὐράνιο τόξο»! (Δήμητρα Ἀθηνιώτη ἐτῶν:6)
Ὅμως τό μητρικό φίλτρο δέν ἐπαρκεῖ. Βιγλάτορας τοῦ μυστικοῦ πού κρύβει ἡ ἀνατροφή εἶναι ὁ πατέρας.
 Σέ αὐτόν ἀνατίθεται ἡ διασφάλιση μητέρας καί βρέφους. Σάν ἄλλος Ἰωσήφ διαισθάνεται πώς τό παιδί του εἶναι πρώτα παιδί τοῦ Θεοῦ.
 Καί ἔχει νά δώσει λόγο ὄχι μόνο στό Θεό ἀλλά καί στήν κοινωνία γιά τό τί παιδιά ἔφερε στόν κόσμο.
 Τό δικό του γένος εἶναι πού θά τιμηθεῖ ἤ ὄχι ἀπό τή βιοτή τῆς  πορείας τους.
Ἄν ἡ μητέρα εἶναι ἡ « φυλακή» , ὁ πατέρας εἶναι ὁ «στύλος» στούς ὤμους τοῦ ὁποίου στηρίζεται τό βάρος τοῦ βίου.
 Ὁ πατέρας παρέχει τά μέσα καί ἡ μητέρα στέκει στή θύρα καί  σταυρώνει τό ἀγγελούδι της καθώς ἀνοίγεται στόν κόσμο.
 Στέκει μέχρι νά μήν μποροῦν νά τό δοῦν τά μάτια της, ἀλλά διακριτικά τό παρακολουθεῖ ὁ προσευχόμενος ὀφθαλμός τῆς καρδιᾶς της.
 Καί καθώς μεγαλώνοντας πρόκειται νά διεκδικήσει τόν χῶρο του - τήν ἐλεύθερη βούληση πού ὁ Θεός τοῦ ἐμπιστεύτηκε -
ἐκείνη  ἀποσύρεται πρώτη  θυμίζοντάς του μόνο τή ρίζα:
 «Ὅλα ὅσα σοῦ ἔμαθα ξέχασέ τα. Μονάχα ἕνα πράγμα νά κρατήσεις. Νά κοινωνᾶς.
Νά παίρνεις  Χριστό μέσα σου. Τότε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός θά ὁδηγεῖ τή ζωή σου».
Ἄλλωστε αὐτό κάνει σταυρώνοντάς το κάθε πού φεύγει μακριά της. Τό παραδίδει ὄχι στόν κόσμο ἀλλά στό Θεό.
 Στή Σκέπη καί τήν Ἀγκάλη τήν ἀκαταίσχυντη.

 Μά καταφτάνοντας ὁ 21ος αἰώνας μέ τή πληθωρική φαντασματογορία τοῦ ἀτομισμοῦ καί τόν διαδικτυακό προσηλυτισμό του,
 ἡ  κοινωνία χάνει τόν προσανατολισμό της. Τά πολιτικά καί οἰκονομικά συστήματα ἀναφέρονται πιά στήν ἀγορά καί ὄχι στόν ἄνθρωπο.
Καί προκύπτει ἡ κρίση. Μιά κρίση μέ ταυτότητα : Δέν ὑπάρχει πιά μάνα στό σπίτι.
 Μιά μεθοδευμένη διαβολή τῆς οἰκονομίας δέν διασφαλίζει πιά τόν «ἐπιούσιο» τῆς οἰκογένειας ἀκόμη καί ἄν ἐργάζεται καί ἡ μητέρα.
 Οἱ ἐργαζόμενοι γονεῖς καί ἰδιαίτερα ἡ μητέρα δέν ἔχουν πιά τό περιθώριο τοῦ χρόνου
 καί τῆς ἡρεμίας πού μετουσιώνει τή στοργή σέ παιδαγωγικό ἔργο.
 Κάποιος θά ταΐσει καί θά προσέξει τά μικρά μέχρι νά φτάσουν οἱ γονεῖς
 καί νά τά παραλάβουν κατάκοποι καί ἀφυδατωμένοι ἀπό τήν παρθενική δροσιά τους.
 Κάποια βρέφη δέν χορταίνουν οὔτε τόν ὕπνο τους ἀφοῦ πρέπει νωρίς νά παραδοθοῦν στούς βρεφονηπιακούς σταθμούς
 ὅπου, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν πού προσδιορίζονται ἀπό τίς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου,
 γιά  τό σημαντικότερο χρόνο τῆς ἡμέρας τους, ἀκριβῶς ὅπως τά οἰκόσιτα ζῶα, θά ᾽χουν προσοχή, τροφή, παρέα
 ἀλλά ὄχι τή θαλπωρή τῆς μητέρας.
 Μοιάζει σάν νά ἀποττάσεται ἡ ἐποχή μας ὄχι ἁπλῶς τό ρόλο τῆς  μητέρας ἀλλά καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά τό βρέφος.
Τό σημαντικό γεγονός στήν οἰκογενειακή ἐστία εἶναι ἡ ἀπουσία.
 Ἔτσι τό πρῶτο πού πρέπει νά ἀναπληρωθεῖ εἶναι τό χάδι καί ἡ στοργή, δηλαδή ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας.
Μοιραῖα ἡ ἀγωγή περνᾶ σέ δεύτερη μοίρα. Πολλά παραβλέπονται, πολλές ὑποχωρήσεις καί χατίρια
 προκειμένου νά ξεγελαστοῦν, ἀκόμη καί οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς μετά ἀπό μία ἐξουθενωτική μέρα, πώς ὑπάρχει χαρά καί ἡρεμία στό σπίτι.
Πώς ὑπάρχει σπίτι καί ὄχι σκορποχώρι.
 Τήν ἔλλειψη τῆς ἀγωγῆς ἔρχεται νά ἀποτελειώσει καί ὁ γοητευτικός βομβαρδισμός τῆς τηλεόρασης μέ  ἀλλότριες εἰκόνες καί μηνύματα.

«Ὅ,τι σπέρνεις θά θερίσεις» λέει μιά λαϊκή  παροιμία.
 Δέν θά θερίσουμε ἁπλῶς ἀνάγωγους ἀνθρώπους ἀλλά ἀτομιστές, ἡδονιστές, βομβιστές, τρομοκράτες,
τό πτῶμα μιᾶς κοινωνίας στήν ὁποία ἀπό τή μιά ἀποσυντίθεται ἀργά μά σταθερά τό βασικό της κύτταρο: ἡ οἰκογένεια
 καί ἀπό τήν ἄλλη ἐκτοπίζονται οἱ  ἀξίες ἀπό τίς ἀλογίες  τῆς ἀγορᾶς.
 «Σκυλοκοῖτες καί νεκρόσιτοι κι ἐρεβομανεῖς κοπροκρατοῦν τό μέλλον»  μᾶς γράφει ὁ ποιητής (Ὀ.Ἐλύτης)
προκειμένου νά συνειδητοποιήσουμε τήν κατάσταση καί νά ἀνακτήσουμε τό «Ἄξιον Ἐστί»τοῦ τρόπου μας.
Ἐπιτρέψτε μου ὄμως νά κλείσω μέ τήν ἀναπνοή ἑνός ἄλλου ποιητή (Τ.Λειβαδίτης),
 μέ ἕναν στίχο πού συνοψίζει τήν εὐαγγελία τῆς μητρότητας:
 «...ἡ μητέρα μου ἔστρωνε τό κρεβάτι μέ μιά κίνηση ἁπαλή σά νά τακτοποιοῦσε ἕνα μυστήριο».
 Τό μυστήριο τῆς κατά Θεόν κλήσης μας.


Ο ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ




 «...ἡ μητέρα μου ἔστρωνε τό κρεβάτι μέ μιά κίνηση ἁπαλή σά νά τακτοποιοῦσε ἕνα μυστήριο» (Τ.Λειβαδίτης)

       Ἕνα μεθεκτικό νῆμα χαρᾶς ἀγκαλιάζει ὅλα τά πράγματα σά βρέφη.
 Ὅλα στρέφουν τά μάτια τους ζητώντας νά θηλάσουν ἀπό τό βαθύ μυστήριο τῆς ζωῆς.
 Μιά φυλλωσιά τρυφερότητας, μιά πάλλουσα ἁρμονία, ἕνα γιοφύρι πάνω ἀπό τήν ὁρμή τοῦ ἐφήμερου,
 σά στῆθος μάνας πού ξαγρυπνᾶ ἀναγκάζει καί τόν βαθύτερο πυθμένα τοῦ σύμπαντος νά ἀποδώσει καλοσύνες.
Ἔχουμε συνηθίσει νά ἀπογυμνώνουμε τίς οὐσίες ἀπό τό πλατύ χαμόγελο τῶν ὁριζόντων τους.
 Νά μήν διαισθανόμαστε πόσο συντροφικά πλαγιάζουν οἱ λόγοι προκειμένου νά κυοφορήσουν τό μυστήριο.
Ἔτσι ἀποτυγχάνουμε νά ἀναγνωρίσουμε τή μητρότητα στήν κεκρυμμένη εἰρήνη τῶν ὄντων.
 Τό βότσαλο πού σά σπέρμα βυθίζεται δέν ταράζει τό νερό ἀλλά τό χορεύει,
 γνέφοντας μέ κύκλους πού ἀνοίγουν, ἀνοίγουν, ἀν...ἄν τήν εὐαισθησία μας βροῦν νά τήν γονιμοποιήσουν.
 Ἡ βρόχινη μετάνοια τῶν νεφῶν γίνεται στίς πηγές τό παραμύθι τῆς νεράιδας πού ξεδιψᾶ πρώτα τόν καημό καί μετά τή δίψα.
 Οἱ ποταμοί εἶναι φλέβες  οὐρανῶν πού ὅλες τίς ρίζες σά μάνες θά τίς φροντίσουν.
 Ἕνα κελαηδητό χαρᾶς  σά φωνούλα  παιδική τυλίγει μέ ζεστασιά τίς πρῶτες ἀχτίδες τοῦ ἥλιου,
  καί κείνα τά παιχνιδίσματα τοῦ φωτός στά νερά. μητρικές εἶναι ἀβύθιστες εὐχές γιά νά τά πελάγη τοῦ βίου.
  Ἡ ἄχνα στό τζάμι σά μητρική ἀναπνοή ἀπό τή θεία πρόνοια πού μᾶς παρακολουθεῖ.
  Τό χιονάτο λευκό σά νεῦμα ἀγαθῆς παραμυθίας πώς ὅλα κυοφοροῦν τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ.
 Οἱ ἐποχές ζώνονται τήν ποδιά τους καί συγυρνοῦν τούς καιρούς,
 σαρώνουν,  ἀπολυμαίνουν, ποτίζουν, στολίζουν, κεντοῦν τή φορεσιά τοῦ κόσμου.
 Ἀποκτοῦν ἔτσι γαλανές νησίδες οἱ ὁραματισμοί μας καί ἀειθαλές γίνεται τό λευκό ρόδο τῆς ἀθωότητάς μας.
 Τῶν νυχτερινῶν γιασεμιῶν τά χτυποκάρδια, μιᾶς μακρόθυμης μητρότητας τά μυρόπνοα δάκρυα εἶναι, πρόσφορο ἀπό τίς ἐλπίδες τοῦ σύμπαντος.
 Πρίν μοῦ φορέσει τό ρουχαλάκι ἡ μητέρα τό σταύρωνε καί μέ τά χάδια της καλοῦσε τούς ἀγγέλους νά χορέψουν γύρω μας.
 Σάν φρόνιμα παιδιά κατέφθαναν κι ἔδιναν μυστικά τόν κάβο τοῦ χοροῦ στό ἅγιο φῶς
 γιά νά ξορκίσει τό σκοτάδι καί νά μήν φοβάμαι τίς νύχτες ἀλλά νά νιώθω τή γιορτή τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τῆς μάνας,
 ἀναστάσιμα νά σηκώνει ὅλα τά ἐρέβη γιά νά μεγαλώσουν «σοφίᾳ καί ἡλικίᾳ καί χάριτι» τά βρέφη.



Θητεία μαθητείας στό «Ἄξιον Ἐστί» τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη. Μέρος Β΄

 «Ἐξόριστε Ποιητή, στόν αἰώνα σου, λέγε τί βλέπεις;» 


Τό Προφητικόν μέρος τοῦ ἔργου, ὡς ὀφθαλμός δικαιοσύνης ἀπό τόν μέλλοντα αἰώνα,
 βλέπει ἀπό τή μιά τήν ἀλαζονεία τῶν πολιτικῶν συστημάτων νά διαπράττουν πολέμους στοχεύοντας στήν κυριαρχία,
καθώς καί  τήν ἀγορά καί τό κέρδος νά περνοῦν πάνω ἀπό τό πτῶμα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
Ὡστόσο ἡ προφητικά βαθύτερη θέαση, βλέπει τήν ἀναίρεση τοῦ δράματος στήν «ἀλληλουχία τῶν κρυφῶν νοημάτων»,
 δηλαδή στό ἐλπιδοφόρο νήμα του μυστηρίου.

Καυστικά ἐκθέτει μιά  ἀλλότρια συμπεριφορά, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἀπεκδύεται τό κάλλος
γιά νά φορέσει δαχτυλίδια μέ καρφιά καί ρούχα μέ νεκροκεφαλές.
Εὔστοχη παραπομπή στούς χούλιγκανς καί στή μόδα ὅπου τό κάλλος φαίνεται πράγματι παραδομένο «στίς μύγες τῆς Ἀγορᾶς»,
τόσο πού ὡς καί ἡ πόρνη μή έχοντας τί ἀλογία πιά νά ζηλέψει,  θά εἶναι αὐτή πού θά ζητήσει προφητεία ἀπό τόν ποιητή.
 Καί θά λάβει λόγο γιά θεσμοθέτηση ἀλλοτρίων  στά Νέα καί ὄχι Καινά ἤθη τοῦ  «Ἀστικοῦ μας Κώδικα».
 Πρότυπη μορφή στίς πλατεῖες τῆς Ἀγορᾶς δέν θά εἶναι πιά ὁ μύστης,  ὁ ἥρωας ἤ ὁ ἅγιος ἀλλά ὅ,τι ἐκπορνεύει τήν ὕπαρξη.
Ὁ ἔρωτας θά βεβηλωθεῖ ἀνεπανόρθωτα. Τό φύλο καί τό ζευγάρι θά καθορίζονται ἀπό τήν νέα ἀλογία ἑνός κατευθυνόμενου καί διαστρεβλωτικοῦ,
δια-βολικοῦ (διασπαστικοῦ) συστήματος, προκειμένου νά εὐνουχιστεῖ καί ἡ φυσιολογική ταυτότητα  τῆς ὕπαρξης.
 Ὡστόσο, ψηλά μέ πουλιά ὑπαινίσσεται ὁ ποιητής τήν ἱερή τάξη τῆς  ἐλευθερίας.

«Καί  κρυφά θά μετρήσουν τήν ἀνθρώπινη πραμάτεια τους οἱ Κυβερνῆτες, κηρύσσοντας πολέμους».
Βρισκόμαστε ἤδη μάρτυρες ἑνός πολιτικοῦ συστήματος πού κατάντησε τόν ἄνθρωπο ἀριθμό
 καί συγκέντρωσε «τό χρυσάφι στούς ἀφανείς» κερδοσκόπους , δίχως νά λογαριάζει τήν ἱερή ἀξία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.
 Πτώματα ξεβράζονται στίς ἀκτές τῆς ἀπληστίας καί τῆς ἀφροσύνης τους, τόσα,
 πού ἔκπληκτος καί ὁ ἴδιος ὁ θάνατος πλέον, «τοῦ λάκκου τό στόμα», θά ζητήσει προφητεία.
 Ἡ ἀπόκριση μιλᾶ γιά Ἀναστάσιμο τραπέζι καί καθαρότητα οὐρανῶν καί ὑπονοεί ταυτόχρονα
 τιμωρία, μετάνοια και σύμπνοια μέ τή «διαρκή ἐπανάσταση» τοῦ κάλλους καί τή δυναμική τοῦ θείου ἔρωτα.

«Καί τῶν ἀρχαίων Κυβερνητῶν τά ἔργα πληρώνοντας ἡ Χτίσις, θά φρίξει».
Στήν ἁρμονία τῆς κτίσης ἡ ἐξουσιαστική ἀλογία τοῦ κέρδους θά ἐπιφέρει σήψη, οἰκολογικά καί ἀνθρωπιστικά ἀδιέξοδα
 πού θά ἀναγκάσουν τό «σανίδωμα» τοῦ Ἅδη «νά ὑποχωρήσει ἀπό τήν πίεση τή μεγάλη τοῦ ἥλιου».
 Καί προφητεύονται γηρατειά τῆς νεότητας, νέοι  δίχως διαχρονικό ἦθος, δίχως συναίσθηση ρίζας καί ὁρμή ἀθανασίας,
 «Κουρεμένοι κατάδικοι», πολίτες, δίχως  ἅλω  ἁγιότητας, θά διεκδικοῦν  ὡς Ἀγανακτισμένοι!!! ἀπό τήν ἀγορά καί πάλι τό φαγητό τους.
 Καί ὅσο ἡ «ἀπανθρωποποιήση»( Σέρραρντ)  θά κερδίζει ἔδαφος οἱ ἀμοιβές θά γίνονται πενιχρές, ὡς δούλων «ἐπίταξη», στά ἐργοστάσια
πού «θά βγάλουνε ὄνειρα συντηρημένα... καί ἐμφιαλωμένη φύση».
Ἄμεση συνέπεια τοῦ ἄλογα ἀφύσικου βίου οἱ ἀσθένειες. Θά ἀποζητᾶ ὁ καθένας λίγα γραμμάρια εὐτυχίας στήν κατανάλωση,
 ἀφοῦ ὅλα τά μεγαλεῖα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης μέσα του θά εἶναι κιόλας ἐρείπια.

Σέ  αὐτήν τήν τραγική  ὑπαρξιακή ἐξορία θά σταθεῖ ὁ ποιητής καί θά δώσει τό «Ἄξιον Ἐστί»τοῦ λόγου
 «γιά νά λάβουνε τά ὄνειρα –τῆς «Ὀνειροτόκου» ὕπαρξης-ἐκδίκηση».
 Στήν τραγική  κάθοδο «σέ βυθό ἀπό βυθό ὡς πού δέν ἦταν ἄλλος» (Σολωμός),
θά εὐκοσμίσει  ὁ ποιητής τό ἀνάστημα τοῦ ἀνθρώπου,  ἀνίκητο «φῶς πού πατεῖ χαρούμενο τόν Ἅδη καί τόν Χάρο»(Σολωμός).
 Ὥστε νά βρεῖ ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα τήν ἱερή τους θέση στόν κόσμο αὐτό τόν μικρό καί Μέγα.

Ὅπως στίς ἀρχαῖες τραγωδίες  τόν τελευταῖο λόγο ἔχει ἡ  κάθαρση
ἔτσι καί ἡ δοκιμή στό πυρακτωμένο καμίνι τῆς μοίρας σμιλεύει τό «Ἄξιον Ἐστί» τῆς ἀνθρώπινης πορείας.
 Ἐντελέχεια τῆς θείας λειτουργίας εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό. Ὁ προσανατολισμός πρός «χῶρα μακρινή καί ἀναμάρτητη».
 Ἡ στέρηση  μετουσιώνεται σέ ἀσκητική τῆς ἀπόταξης κάθε τι μιαροῦ γιά  νά παραμείνει ὁ ποιητής
«καθαρός ἀπ᾽ ἄκρη σ᾽ ἄκρη καί στά χέρια τοῦ θανάτου ἄχρηστο σκεῦος».
 Πορευόμενος ἁγνός στά «Λιβάδια τά Πάντερπνα», ὅπου ἔχει «κράτος καί ἐξουσία ἡ Ἄνοιξη»
  μακαρίζει τούς  «δυνατούς πού ἀποκρυπτογραφοῦνε τό Ἄσπιλο».
Ἐδώ ὁ «Πρίγκηπας»τῶν εὐαγγελισμῶν μας, «Ὁ νικήσαντας τόν Ἅδη καί τόν Ἔρωτα σώσαντας» μετουσιώνει τή θυσία σέ ἀθανασία,
 σέ νίκη πάνω στή λήθη, τή φθορά καί τήν ἁμαρτία.
 Γιά αὐτό ΝΥΝ καί ΑΙΕΝ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ.

Τό ἔργο κλείνει μέ τό Δοξαστικόν πού εἶναι δοσμένο σάν ἕνας ποιητικός χρησμός γιά τήν εὐτυχία τοῦ κόσμου,
 ὅπου ὁρατό καί ἀόρατο συνάδουν καί συνεισφέρουν στό κάλλος καί τό μυστήριο.
 Κτίση μέσα στή φύση, ἕνας «δαφνώνας» «ἀπέραντος» καί «φωτοφάγος»,
 παντοῦ  ἕνα  πράο πνεῦμα ἐγρήγορσης σάν τόν «ἀκάθιστο γλάρο» τόν «ἀργοπλεύστη»
 καί ἄνεμοι πού «ἱερουργοῦνε» τά σημαινόμενα τῶν ἐνυλωμένων λόγων μετακινώντας «τῆς φύσεως τούς ὅρους».
Νησόσπαρτη χώρα μέ τρούλους καταγάλανους σάν «πόσιμα γαλάζια ἡφαίστεια»,
 ὅρια εὐτυχισμένα πού διαρκῶς μετατοπίζονται ἀνάγοντας τό  «ξύλινο τραπέζι» στόν Σταυρό
 καί τό κρασί «μέ τήν κηλίδα τοῦ ἥλιου» στῆς Θεῖας Εὐχαριστίας τό δισκοπότηρο.
Τίποτα δέν εἶναι προορισμένο γιά νά χαθεῖ μέσα σέ αὐτή τή δόξα. «Οἱ νεκροί ἄνθη τῆς αὔριον»,
 λουλούδια τοῦ παραδείσιου νόστου, ἡρωικά, στοχαστικά, εὐαγγελικά, ἐνάρετα.
 «Τῆς καμπάνας ὁ ἐσπερινός ἄνεμος ὁ χρυσεγέρτης» κομίζει ἀνάσταση ἀκυρώνοντας τή δύση.
Καί στό  δράμα τῆς ἁμαρτίας πού ἄδειασε τήν ἀρετή, Χριστός «ὁ ἔρωτας ἔλθοντ’ ἐξ ὀράνω»,
 καθαγιάζει τά αἰσθήματα καί  ὡς «Ἀγγεία τῶν Μυστηρίων» δείχνει τίς «ἡλιοβόρες» «Ἀρετοῦσες».
Ὅλη ἡ ζωή ἕνα ταξίδι μέ νόημα, ἕνας σφιγμός ἀθανασίας «πού δέ φελάει».
Στά καράβια ὀνόματα  χρησμοδοτοῦν γιά τό ἦθος τοῦ τρόπου μας. «Ἀγγέλικα», «Ἀτρόμητος», «Ἔχει ὁ Θεός», «Εὐαγγελίστρια».
Γιά αὐτό καί ἡ δοξολογία στόν Ποιητή πού πρέπει καθ᾽ ὁμοίωση «ἐσύ νά ᾽σαι»,
 δίψα γιά τήν ἑαροσύνη τοῦ φωτός, «Ληστής»τοῦ φωτισμοῦ, «ἡ ἐστία τοῦ φακοῦ» πού πυροδοτεῖ τό πνεῦμα.
 «Τό ἐνδόμυχο φῶς...κατ᾽ εἰκόνα καί ὁμοίωση τοῦ ἀπείρου»  θέλγει τά βουνά καί παίρνουν «ὄψεις τοῦ αἰωνίου»,
  φωτίζει στά δέντρα τήν «παρασημαντική»τοῦ Παραδείσου, «τό πολύ σιμᾶ καί ὅμως ἀόρατο».
 Ὁ ἄσωτος γίνεται υἱός φωτός γιατί «τώρα ξέρει ...ποιό τό «νῦν»καί τό «αἰέν»τοῦ κόσμου:
Νῦν ἡ πάλη μέ τή φθορά καί τή λήθη
Νῦν τῆς ἀποκαλύψεως «ὁ μαῦρος Ἀριθμός»
Νῦν ἡ ἐνσάρκωση καί θυσία τοῦ Θεανθρώπου
Αἰέν «πλησιφαή» συνείδηση καί λόγος
Αἰέν τό μυστήριο καί ἡ πεμπτουσία
Αἰέν ὀ μέγας Ὀφθαλμός
Νῦν ἡ πτωχεία τῆς πτώσης καί
Αἰέν καθολικός ὁ κόσμος ὁ μικρός, ὁ Μέγας.
                                                    Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη Εἰρήνη-Αἰκατερίνη
                                                             Ἐργασία ἀφιερωμένη στούς νέους μας
                                                               μέσα ἀπό τή στοχαστική συντροφιά
                                                             τοῦ Ἐργαστηρίου «Διαπορθμεύων Λόγος»
                                                                                            Πρωτοχρονιά 2018