.

.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Η ΜΕΘΕΚΤΙΚΗ ΥΠΑΡΞΗ
ΩΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΟΣ ΑΡΤΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

Τῆς Κατερίνας Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη


Θά ἔβαζες ποτέ ἕναν ἐλέφαντα νά κατοικήσει σέ ἕνα μικρό δωμάτιο; Μά θά ’σκαγε τό ζωντανό, θά σκεφτεῖς. Πῶς νά ζήσει ἕνα ζῶο μέ τέτοιο μέγεθος σ’ ἕνα δωμάτιο; Στοχάσου λοιπόν πόσο εἶναι τό μέγεθος τῆς  ἀνθρώπινης ὕπαρξης γιά νά τῆς δοθεῖ ὡς κατοικία ἕνα ἄπειρο σύμπαν.
Ὅμως τό δικό μου ἀνάστημα εἶναι περιορισμένο, αὐστηρά μετρημένο, θά μοῦ πεῖς. Τό ἀνάστημά σου εἶναι ἀναστάσιμο. Ἀνάστημα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης εἶναι ἡ πορεία ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωσιν. Ἡ παρουσία σου δέν ἀποτελεῖ κυρίως βιολογικό γεγονός ἀλλά θεϊκή οἰκονομία. Ἡ παρουσία σου εἶναι θύρα μυστηρίου. Ἡ ἀληθινή σου φύση ἀνήκει στό μυστήριο. Τό μυστήριο εἶναι τό πιό φυσικό γεγονός τῆς ζωῆς σου. Εἶναι ὁ ἥλιος τῆς ἀντίληψής σου.
Ἄν τό μυστήριο δέν ἔχει γίνει σῶμα σου, ἀρετή καμία δέν ἔχεις. Ἄλλο πράγμα νά ’σαι ἠθικός κι ἄλλο ἐνάρετος. Ἡ διαφορά βρίσκεται στόν ἀναβαθμό φωτισμοῦ τῆς πορείας σου. Δέν ὑπάρχει τίποτα γύρω σου πού νά μήν εἶναι μυστήριο. Οὔτε ἡ ὕλη εἶναι μόνο ὕλη. Αὐτό πού πρῶτα ὑπάρχει εἶναι οἱ λόγοι τῶν ὄντων. Κι οἱ λόγοι αὐτοί εἶναι τά μυστικά συναξάρια τῆς ὕλης. Δέν ἀναδύονται λοιπόν στεγανά τά πράγματα ἀλλά μεθεκτικά πρός τό θεῖο. Δέν ὑπάρχει ψηφίδα χώρου ἤ χρόνου δίχως μετοχή δόξας Θεοῦ. Ἡ μετοχή - μέθεξη αὐτή ἐγκαινιάζει μιά κατάσταση ἀγαπητικῆς ἀλληλοπεριχώρησης. Ξάφνου στό μικρό σου ἀνάστημα συγ-χωρεῖται ὅλη ἡ κτίση. Καί ἐν Θεῷ συγ-χωρεῖται ἀναστάσιμα. Δέν ὑπάρχει πιά κάτι πού δέν εἶναι σῶμα σου. Δέν ὑπάρχει πιά κάτι ὡς ἀντι-κείμενο. Ἡ «ὑποστατική ἀρχή» καί ὁ «πλατυσμός τῆς καρδίας» σέ καθιστοῦν φορέα ὅλης τῆς κτίσεως καί ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος. Δέν ὑπάρχουν ἀπουσίες ἐκεῖ πού ὁ Θεός μεθεκτικά ἐργάζεται τίς οὐσίες. Ἔτσι περιχωρεῖς μέ τήν χάρη Του ὄχι μόνο τόν καιρό πού σοῦ δόθηκε, ἀλλά καί τά παρελθόντα καί τά μέλλοντα ἕως τά ἔσχατα. Ἡ παρουσία σου ἔχει τό βάρος τῆς αἰωνιότητας. Φτάνει ἔτσι νά γίνεται παρουσία θείας ἐλπίδας.

Τό μυστήριο δέν εἶναι ἰδεολογία, γνώση ἤ πεποίθηση, εἶναι βίωμα. Δέν ἔχει σχέση μέ ἀκρωτηριασμένο ὀρθολογισμό, ἀποδείξεις, ἐνδείξεις, ἀντενδείξεις. Εἶναι «ἀπαρχή καινῆς βιοτῆς».
Ἡ πιό τραγική κρίση τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι ἡ πτώση. Καθημερινή ἀγωνία πού θέλει τό θαῦμα τῆς ὕπαρξης ἀλυσοδεμένο στήν ἐπιβίωση ὄχι σάν ρυθμό αἰωνιότητος, ὄχι σάν ποίηση ζωῆς, ὄχι σάν εὐαγγελικό ὀρό ἐλευθερίας, ὄχι σάν μύρο ἁγιότητος, ὄχι ὡς μακαριότητα  εἰρήνης. Εἶναι σάν νά ἔχουμε κλείσει, πιά, τόν ἐλέφαντα σέ ἕνα κουτί.
Χάνοντας τό αἰσθητήριο ὄργανο γιά τό μυστήριο ἀδυνατοῦμε νά γευθοῦμε τή θεία ἀγάπη πού ζωοποιεῖ, ἐνορχηστρώνει καί διαφυλάττει σέ ἁρμονία κάθε ψηφίδα τοῦ σύμπαντος. Ἔτσι, πάψαμε νά εἴμαστε τά γιεφύρια αὐτῆς τῆς ἀγάπης. Τά χέρια μας δέν ἔχουν πιά αὔρα Θεοῦ στό ἄγγιγμά τους. Σύμπασα κτίση καί συνάνθρωπος συστενάζουν καί συνωδίνουν ἀπό τόν τραγικό εὐνουχισμό μας.
Ἡ μόνη οὐσιαστική θεραπεία εἶναι ἡ ἐπιστροφή. Ἐπιστροφή στόν οἶκο τοῦ Πατρός, στό ταμιεῖο τῆς Χάριτος, στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ. Ἀντιληπτικό ὄργανο τοῦ μυστηρίου γίνεται ἡ προσευχή.
Μέσα στίς τόσες σπουδές λησμονήσαμε τήν ἀγωγή γιά τό μυστήριο. Τό μυστήριο καλλιεργεῖ συστολή καί ταπείνωση, ξεσφραγίζει τήν ἱερή ὅραση καί τήν ἱερή ἀκοή μέσα ἀπό τήν μακάρια ἡσυχία τῆς ὕπαρξης. Ἡ καρδιακή ἡσυχία γίνεται θύρα καί σιγά σιγά ἐπανακτᾶς τήν αἴσθηση τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ αἴσθηση γίνεται οἰκειότερη τῆς ἀναπνοῆς σου. Κάθε φυγή ἀπό τή σιγή τῆς ἐγγύτητας τοῦ Θεοῦ ἀρχίζεις νά τήν κατανοεῖς ὡς ἔπαρση. Καί καθώς ἡ παρουσία σου δέν εἶναι πιά στεγανή ἀλλά διαπερατή στή χάρη Του, ἡ ἐνδοχώρα τοῦ μυστικοῦ νυμφώνα ἀνοίγει καί γίνεσαι γαμήλια γιορτή καί εὐχαριστιακός ἄρτος τῆς ὕπαρξης. Ἀποκτᾶς τό ἀνάστημα τοῦ  ἀνθρώπου πού εὐλογεῖται νά ἁγιάζει χῶρο καί χρόνο. Ἐκκλησιάζεσαι.
Ἔτσι μεθεκτικά ἀνοικτός, εὐχαριστιακά διαπερατός, ἀγαπητικά διαθέσιμος, ἀξιώνεσαι νά προσέλθεις στό λυτρωτικό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Καί ἡ φθαρτή περιβολή τοῦ σώματος μετουσιώνεται σέ ἀναστάσιμη. Δέν εἶσαι πιά θνητός, εἶσαι καθολικός. Μέλος τῆς μίας ἁγίας καθολικῆς Ἐκκλησίας. Δέν εἶσαι πιά ἔκπτωτος. Ἔχεις υἱοθετηθεῖ ἀπό τόν Πατέρα. Οὔτε εἶσαι γυμνός. Ἐνδύεσαι χιτώνα δόξης καινό τήν θυσία τοῦ Υἱοῦ. Δέν εἶσαι πιά συσκοτισμένος ἀλλά καταυγασμένος ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Περιβαλλόμενος μυστικά τήν στολή τήν πρώτη μετουσιώνεσαι σέ υἱό φωτός γιά νά περιστεγάσεις στοργικά ὅλες τίς πονεμένες καρδιές καί νά θεραπεύσεις ἀναλισκόμενος τίς πληγές τῆς ὀδυνόμενης κτίσης.

Ἔκπτωτοι τρόποι καί φόβοι φέραν ἄρρωστους καιρούς πού κατάντησαν ὅλο τόν κόσμο πραμάτεια. Ἡ δίψα τοῦ οὐρανοῦ ἐξορίστηκε. Μέ περισσή ἔπαρση καί θνησιγενῆ μέτρα ἐπιδιώκουν νά περιφρουροῦν τήν ἀκεραιότητα τῆς θνητότητάς σου!
Ἐσύ ψυχή μου, ἕνα πράγμα νά διαφυλάξεις. Τήν μετοχή σου στό Εὐχαριστιακό Δισκοπότηρο. Ἐάν ἐπιμένεις νά ἔχεις Χριστό μέσα σου, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός θά σέ ὁδηγήσει εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν καί θά διαφυλάττει στή χάρη Του τά βήματά τῆς ζωῆς σου. Μή φοβᾶσαι ὅ,τι ἀπειλεῖ τό σῶμα σου ἀλλά ὅ,τι ἀπειλεῖ τήν εὐχαριστιακή δόξα τῆς ὕπαρξής σου, ὅ,τι προσγειώνει τήν ἐλευθερία σου, ὅ,τι ἀκρωτηριάζει τό ἀληθινό σου ἀνάστημα. Καί ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί ἡ τέλεια ἀγάπη ἐκβάλλει τό φόβο, κάθε φορά πού φοβᾶσαι εἶναι ὁ Χριστός πού προσπαθεῖ νά αὐξηθεῖ μέσα σου, γιά νά ἀγαπήσεις περισσότερο, ὥστε νά γίνεις εὐτυχία, ἱλασμός καί εὐλογία τοῦ  κόσμου.




Γράφει ο Παπαδάκης Δημήτριος M.Ed. & ΠΕ 70
Πηγή: https://www.alfavita.gr/
Η εκπαίδευση επιτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στις ανθρώπινες κοινωνίες, καθώς διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τους πολίτες του μέλλοντος. Από τα ισχύοντα ελληνικά προγράμματα σπουδών ορίζεται ένα μεγάλο εύρος στόχων που καλείται να καλύψει η εκπαίδευση με κύριο σκοπό την ολοκληρωμένη ανάπτυξη των μαθητών. Συνεπώς, μέσα από την εκπαίδευση κρίνεται απαραίτητη η απόκτηση δεξιοτήτων και γνώσεων, η κοινωνικοποίηση του μαθητή, η ανάπτυξη δεξιοτήτων επικοινωνίας και συνεργασίας, η ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας, η συναισθηματική ανάπτυξη και εν τέλει η διαμόρφωση αξιών (ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ). Όπως, γίνεται αντιληπτό η σύγχρονη εκπαίδευση είναι μια πολυεπίπεδη διαδικασία με πολλές διαφορετικές πτυχές.
Από την άλλη πλευρά η τεχνολογία (Τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας) σημειώνει ταχεία ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια προσφέροντας εργαλεία με εξαιρετικές δυνατότητες. Η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στη σχολική τάξη επιχειρείται από δραστήριους εκπαιδευτικούς που διερευνούν την καταλληλότερη ένταξή τους, ώστε να πετύχουν τους εκπαιδευτικούς στόχους. Είναι φανερό ότι κεντρική ηγεσία της εκπαίδευσης ολιγωρεί τόσο στην ένταξη της τεχνολογίας, όσο και στη διερεύνηση καινοτομιών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν έχουν επιλυθεί θεμελιώδη ζητήματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως η έλλειψη σταθερού προσωπικού, υλικοτεχνικές υποδομές κ.α. Συνεπώς, οι εκπαιδευτικοί σε πολλές περιπτώσεις πρωτοστατούν, ώστε να βελτιώσουν τη ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, χωρίς απαραίτητα την κατάλληλη στήριξη από την κεντρική ηγεσία της εκπαίδευσης.
Η ένταξη τεχνολογικών καινοτομιών στη σχολική τάξη πρέπει να γίνεται με κριτική διάθεση με σκοπό να υπηρετήσει τους παιδαγωγικούς στόχους. Όπως έχει προταθεί μία τεχνολογική καινοτομία για να εισέλθει στην εκπαιδευτική πράξη θα πρέπει να διερευνάται με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (Παπαδάκης & Φωκίδης, 2019), τα οποία θα παρουσιαστούν στη συνέχεια. Αρχικά, είναι αναγκαίο να εξετάζεται κατά πόσο η τεχνολογική καινοτομία στηρίζει τη βιωματική, ενεργητική και παιγνιώδη μάθηση. Αν προσφέρει στήριξη στη διεκπεραίωση απαιτητικών δραστηριοτήτων-θεμάτων. Σε τι βαθμό στηρίζει την κοινωνική μάθηση, όπως και αν υπάρχουν ευκαιρίες ανάδειξης της διαθεματικότητας. Τέλος, θα πρέπει να διερευνάται η συμβολή της στην ανάπτυξη - στήριξη της συναισθηματικής μάθησης, η οποία έχει εξέχουσα σημασία σύμφωνα με τελευταίες απόψεις (World Economic Forum, 2016˙ Brackett et al., 2019).
Με βάση τα παραπάνω θα διερευνηθεί η αξιοποίηση της κάμερας στην εκπαιδευτική πράξη. Συγκεκριμένα, θα διερευνηθεί η παιδαγωγική αξία της ζωντανής αναμετάδοσης της διδασκαλίας με χρήση κάμερας. Αρχικά, θα γίνει δεκτή η παραδοχή ότι δεν αντιμετωπίζονται υλικοτεχνικά ζητήματα, δηλαδή, το ίντερνετ πομπού και δέκτη λειτουργεί άψογα, ο ήχος από την τάξη μεταφέρεται σε εντέλεια με ένα μικρόφωνο που έχει μόνιμα ο εκπαιδευτικός κοκ. Πρώτον, η ζωντανή αναμετάδοση πραγματοποιείται με τη παθητική συμμετοχή του μαθητή που είναι στο σπίτι, άρα δεν προάγει την ενεργητική, βιωματική ή παιγνιώδη μάθηση. Δεύτερον, ο μαθητής μπορεί να στηριχτεί για την πραγματοποίηση κάποιων δραστηριοτήτων παρακολουθώντας την παράδοση. Όμως με δεδομένο ότι δεν υπάρχει αλληλεπίδραση και ευκαιρίες για ερωτήσεις, δεν είναι δυνατό να ανταποκριθεί σε απαιτητικές δραστηριότητες. Τρίτον, η επικοινωνία, η συνεργασία και γενικότερα η αλληλεπίδραση με την τάξη δεν μπορούν να επιτευχθούν, επομένως, δεν είναι δυνατό η αναμετάδοση να συμβάλλει στην κοινωνική μάθηση. Τέταρτον, η διαθεματικότητα είναι ένα στοιχείο που αφορά την οργάνωση του μαθήματος από τον εκπαιδευτικό, ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να γίνει εμβάθυνση σε αυτή από μια απλή αναμετάδοση. Πέμπτο, ο μαθητής πιθανόν να αισθανθεί απομονωμένος και να δημιουργηθούν αισθήματα άγχους ή αδιαφορίας. Σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατό να υλοποιηθούν ευκαιρίες συναισθηματικής μάθησης σε μια τέτοια κατάσταση. Επιπρόσθετα, στο σύνολο της τάξης η αίσθηση της παρακολούθησης, θα επηρεάσει τον αυθορμητισμό, την ελευθερία και την αυθεντικότητα της έκφρασης, και εν τέλη τη δημιουργικότητα. Συνεπώς, η συγκεκριμένη λειτουργία της κάμερας στην τάξη κρίνεται κάτι λιγότερο από παιδαγωγικά φτωχή.
Η δυναμική του συγκεκριμένου τεχνολογικού προϊόντος δεν περιορίζεται στην παραπάνω ανάλυση, οπότε θα γίνουν κάποιες προτάσεις για σωστή αξιοποίηση της κάμερας στη διδασκαλία. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη τα παραπάνω κριτήρια παιδαγωγικής αξίας, μία κάμερα μπορεί να αξιοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο. Μπορεί να προωθήσει τη βιωματική μάθηση, όταν χρησιμοποιείται από τους ίδιους τους μαθητές σε καταστάσεις παρατήρησης και καταγραφής στο πλαίσιο διερευνητικής μάθησης. Είναι δυνατό να αξιοποιηθεί για τη δημιουργία ταινιών μικρού μήκους από τους μαθητές εστιασμένες σε διάφορα θέματα. Υπάρχει η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί σε προγράμματα συναισθηματικής αγωγής, ως υποστηρικτικό μέσο για την καταγραφή και αναγνώριση συναισθημάτων. Επιπλέον, είναι εφικτή η χρήση της στη ζωντανή αναμετάδοση πειραμάτων ή ξεναγήσεων ως μέρος διδασκαλίας, σε περιπτώσεις που δεν το επιτρέπουν οι γεωγραφικές συνθήκες. Επιπρόσθετα, είναι δυνατό χρησιμοποιώντας κάμερα να επιτευχθεί επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών σχολείων, ανταλλαγή απόψεων, ιδεών, κτλ. Όλα τα παραπάνω επιβάλλεται να πραγματοποιηθούν λαμβάνοντας υπόψη διάφορα νομικά ζητήματα, αλλά και αυτά που υπόκεινται στη προστασία προσωπικών δεδομένων.
Συνοψίζοντας, οι δυνατότητες που δίνει η τεχνολογία είναι αναμφισβήτητα μεγάλες. Ωστόσο, το ζητούμενο για μια σχολική τάξη, είναι η ορθή παιδαγωγική τους αξιοποίηση. Είναι εμφανές ότι η αναμετάδοση μιας διδασκαλίας δεν εμφανίζει κάποια σημαντική παιδαγωγική αξία. Αντίθετα, με συστηματική διερεύνηση και με τη σύνταξη μιας συγκεκριμένης στοχοθεσίας γύρω από τη χρήση της κάμερας σε εκπαιδευτικό περιβάλλον, είναι δυνατό να βρεθούν αποδεκτοί παιδαγωγικά τρόποι αξιοποίησής της.
Παπαδάκης Δημήτριος M.Ed. & ΠΕ 70
Βιβλιογραφικές παραπομπές
Ισχύοντα αναλυτικά προγράμματα (ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ). Ανακτήθηκαν από: http://ebooks.edu.gr/new/ps.php
Παπαδάκης Δ. & Φωκίδης. Ε. (2019). Διδασκαλία με drones: Χαράζοντας μονοπάτια στην εκπαιδευτική αξιοποίηση των τεχνολογιών αιχμής. Στο Μ. Οικονομάκου (Eπ.) Εκπαίδευση με χρήση νέων τεχνολογιών 3, Διδασκαλία και μάθηση μέσω φορητών συσκευών: συνέπειες και προκλήσεις για την εκπαίδευση (σελ. 119-131). Αθήνα: Γρηγόρης
Brackett, M. A., Elbertson, N. A., Simmons, D. N., & Stern, R. S. (2019). Implementing Social and Emotional Learning (SEL) in Classrooms and Schools. National Professional Resources, Inc.
World Economic Forum. (2016, March). New vision for education: Fostering social and emotional learning through technology. Geneva: World Economic Forum.
Πηγή: https://www.alfavita.gr
/

«Καιρός τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ»

«Καιρός τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ»

Από Κατερίνα Αθηνιώτη-Παπαδάκη -
https://antifono.gr/

Ἡ ἔννοια τοῦ καιροῦ εἶναι πολύ σημαντική γιά τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Καιρός εἶναι ὁ χρόνος τῆς ὕπαρξης. Ἡ νέα ἰογενής παγκόσμια κρίση στενεύει αὐτόν τόν καιρό ἀνατρέποντας τά εὔσημα πού ἀποδίδαμε στήν ἐπιστήμη γιά τήν αὔξηση τοῦ μέσου ὅρου ἡλικίας. Μᾶς δείχνει τά δόντια του ὁ καιρός. Ὁ καιρός ὁ δικός μας, ὁ χρόνος πού ἔχουμε ὡς ἀνθρώπινα ὄντα γιά νά ἐκπληρώσουμε τόν προορισμό μας.
Αὐτό θά πρέπει νά κινητοποιήσει ὑπαρξιακούς μηχανισμούς ὅπως τήν ἐγρήγορση, τή σωφροσύνη καί τήν μετάνοια, ὥστε νά προλάβουμε νά θεραπεύσουμε τόν καιρό τῆς ὕπαρξης.
Ἰός ἀπωλείας στενεύει τόν καιρό.
  • «Κύριε ποιός ἁμάρτησε ὥστε νά …»
Πραγματικά ἔχει μεγάλη σημασία αὐτό τό ἐρώτημα. Αὐτή ἡ ἐναγωνιώδης κατανόηση γιά τόν προσδιορισμό τῆς ἁμαρτίας ὡς ἀστοχίας τῆς ὕπαρξης πού ὁδήγησε στήν ἀπώλεια τοῦ σθένους, δηλαδή στήν ἀσθένεια. Τό ἐρώτημα αὐτό ἀποτελεῖ ἀρχή μετανοίας. Ὑπαρξιακή διερώτηση γιά νά βρεθεῖ ἡ ὕβρη πού προκάλεσε τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ.
Στ’ ἀλήθεια ἀναρωτηθήκαμε ποτέ πῶς καί ἀπό ποῦ μᾶς προέκυψε τοῦτος ὁ ἰός τῆς ἀπωλείας; Ἤ ἁπλῶς ἔχουμε τήν προσοχή μας στραμμένη σέ ἕνα ἐμβόλιο πού θά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό αὐτόν, γιά νά συνεχίσουμε ἐμεῖς νά ἀποτελοῦμε τόν κορονοϊό τῆς Δημιουργίας;
Τό φαινόμενο τοῦ θερμοκηπίου χρόνους τώρα ἀρρωσταίνει τόν καιρό τῆς γῆς καί καθιστᾶ ὑπόλογο τόν δικό μας καιρό ὡς καιρό κατανάλωσης τῆς Δημιουργίας. Παντοῦ ἐπικίνδυνα χημικά, πυρηνικά, γενετικά ἀπόβλητα. Ὁ οἰκονόμος τῆς κτίσεως μεταλλάχθηκε σέ οἰκονόμο τῶν χρηματιστηρίων. Στενεύει λοιπόν ἡ επιστήμη τούς καιρούς τῆς γῆς καί τούς καιρούς μας;
Καθετί πού ξεφεύγει ἀπό τά ὅριά του μεταλλάσσεται σέ ὕβρη. Κι ἐνῶ ὡς καί «ὁ ἥλιος ἔγνω» τά ὅριά του, γιατί ἄν τά παραβεῖ θά διαταραχθεῖ ἡ ζωή, ἡ ἐπιστήμη περιφρονώντας κάθε ὅριο μετατράπηκε σέ μιά χρησιμοθηρική μηχανή ἤ γιά νά γίνει πιό κατανοητό μοιάζει μέ μιά πολύ ὄμορφη γυναίκα πού ὅμως προαγωγοί τήν χρησιμοποιοῦν γιά τό κέρδος. Ποιός εἶναι ὁ πραγματικός ἰός πού ἀπειλεῖ τήν ἀνθρωπότητα; Ποιός ὁ ρόλος τῆς ἐπιστήμης μέσα στήν κοινωνία, ὅταν μεταλλάσσεται σέ ἰσχυρό μέσω χειραγώγησης;
Τῆς δώσαμε χῶρο νά καταργήσει τό πρόσωπο, εἴτε ἀντικαθιστώντας το  μέ νούμερο, εἴτε μέ ἐπαυξημένες πραγματικότητες ψευδαισθήσεων, εἴτε τώρα ἰογενῶς ἀποκόβοντάς το ἀπό τόν τρόπο πού τό καθιστᾶ πρόσωπο, δηλαδή, τήν πρός ὄψιν κοινωνία μέ τόν συνάνθρωπο. Τήν ἀφήσαμε νά  ἀπεκδύσει ἀπό ἱερότητα κάθε σπιθαμή τῆς γῆς καί τῆς ψυχῆς μας. Φυσικό ἐπόμενο ἦταν νά ἁπλώσει τήν ἄσελγη παντοδυναμία της καί στόν κατεξοχήν χῶρο τοῦ ἱεροῦ δηλαδή στήν Ἐκκλησία. Καί ἀκριβῶς, ὅπως πιάνεται ὁ πνιγμένος ἀπό τά μαλλιά του, μιλάει γιά προάσπιση τῆς ζωῆς. Μά ἡ προάσπιση τῆς ζωῆς ἀφορᾶ πρωτίστως τόν ἐν ἀρχή Λόγο , αὐτόν πού μέ περισσή ἔπαρση ἀγνοεῖ κατατέμνοντας τούς λόγους τῶν ὄντων καί ἐκτροχιάζοντας τόν λόγο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης ὑποσχόμενη ἀλογίες ἰσχύος, ἡδονῆς καί κέρδους.
Ἐπιθυμῶ καί ἐλπίζω πώς ἡ ἐπιστημονική κοινότητα δέν ἀποτάσσεται τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί πώς θά ἀφουγκραστεῖ τήν κρισιμότητα τῶν καιρῶν καί δέν θά γίνει αἰτία νά ναυαγήσουμε ὡς ἀνθρωπότητα ἀπό «τεχνολόγους ἀλόγους» καί κερδοσκόπους προαγωγούς τῶν ἐπιτευγμάτων της.  Καιρός να προασπίσει τήν τιμή τῆς ἐπιστήμης καί νά διαφυλάξει τούς κόπους της.
Γιατί οἱ αἰτίες τῆς πανδημίας δέν ἐρευνήθηκαν, οὔτε εὐθύνες  ἀποδόθηκαν, μόνο κάτι ἀκούγεται ἐλαφρῶς ἀνεπίσημα πέρα δῶθε πού σάν φύλλο τό παρασύρει ὁ ἄνεμος τῆς λήθης μακριά ἀπό τήν κριτική τῆς κοινωνίας;
Μιά ἐπιστημονικοφανής τάξη θά βρεῖ τρόπο νά συζοῦμε μέ τόν ἰό, ἀλλά ὡς υἱοί ἀπωλείας συνεχίζοντας ἄλογα νά καταναλώνουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί τήν κτίση ὁλόκληρη. Μόνο Χριστό μήν ἐσθίετε γιατί κινδυνεύετε νά ἁγιασθεῖτε.   
Το ἐκκλησιαστικό σῶμα εἶναι τό μόνο ἐμπόδιο στήν ἀλογία τοῦ κόσμου. Τό ἐκκλησιαστικό σῶμα εἶναι τά πνευμόνια τῆς κοινωνίας. Αὐτά πού ζωοποιοῦν τήν πνοή τοῦ Θεοῦ στήν πνοή μας. Ὁ ἰός τῆς πανδημίας καταστρέφει τούς πνεύμονες.  Τό ἐκκλησιαστικό σῶμα μοιάζει νά εἶναι ὁ στόχος τοῦ ἰοῦ. Τά πνευμόνια τῆς θείας χάρης προσπαθεῖ νά ἁλώσει.
Τοῦτος ὁ ἰός τῆς ἀπωλείας προέρχεται ἀπό υἱούς ἀπωλείας.  Διότι «οὐκ ἐπ‘ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος».  Ἡ πρόσβαση στήν τροφή πού μᾶς καθιστᾶ ἀνθρώπους, κρίνεται ἐπικίνδυνη. Οἱ βασικές μας ἀνάγκες ταυτίζονται μέ τίς ἀνάγκες τῶν ζώων.   Τραγική συνέπεια ἡ ἄρση τοῦ ἐκκλησιασμοῦ. Ὡστόσο σοβαρό μερίδιο εὐθύνης ἔχουμε ὅλοι μας. Ἀφοῦ καθημερινά  καλλιεργούσαμε τήν ἄρση τοῦ ἐκκλησιασμοῦ σέ ὅλα τά ἐπίπεδα. Δέν ἀναφέραμε πιά τούς λόγους τῶν ὄντων στόν Θεό ἀλλά στόν ἑαυτό μας. Ὅλα πρός κατανάλωση.  Ἀκόμη καί ἡ τρέχουσα οἰκολογική συνείδηση προτρέπει νά καταναλώνουμε τή Δημιουργία ἀλλά «πράσινα». Ἀγνοεῖ τό  «τῷ οἴκῳ σου πρέπει ἁγίασμα, Κύριε, εἰς μακρότητα ἡμερῶν». Διότι ἄλλο τό ἐπίπεδο τῆς  συνείδησης πού προσπαθεῖ νά μήν μολύνει κι ἄλλο τό ἐπίπεδο αὐτῆς  πού ἐπιθυμεῖ ὅλα νά τά ἁγιάζει. Κι ἄν ὁ Θεός ἐπέτρεψε παιδαγωγικά νά στερηθοῦμε τήν Θεία Κοινωνία, ἴσως, αὐτό νά παραχωρήθηκε γιά νά προστατέψει τό ἐκκλησίασμα ἀπό διχασμό, ἀπό κατάκριση πρός τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς πού ἔχουν ἀκόμη φοβική συνείδηση. Γιατί τό ἔλλειμά μας εἶναι ἔλλειμα ἀγάπης πάντα καί σέ ὅλα τά ἐπίπεδα. Ἀπό αὐτό τό ἔλλειμα πηγάζουν καί γνώσεις καί συμπεριφορές πού σταυρώνουν καθημερινά Κτίστη καί κτίση.
Καί ὁ συνάνθρωπος; Γίναμε μάρτυρες παγκοσμίων πολέμων, ὁλοκαυτωμάτων, ἀποκεφαλισμῶν, προσφυγικῶν ροῶν καί πνιγμῶν καί μοιάζει σάν νά ὁδεύουμε σιγά σιγά ἀπό  τόν διονυσιασμό στόν ὁλοκληρωτισμό τῆς τεχνολογίας. Πότε ὑπήρξαμε εὐχαριστιακοί γιά τόν συνάνθρωπο; Ποιά κίνησή μας ἦταν κίνηση εὐχαριστιακή ὡς πρός τήν Δημιουργία; Εὐχαριστιακή μεταμέλεια πρός τόν Θεό δείξαμε;
-«…ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ».
Καμμιά τραγικότητα δέν ὑπάρχει ἐκεῖ πού ἡ συνείδηση ἔχει ξεπεράσει τά γήινα ὅρια. Ὁ καιρός μας δέν εἶναι γήινος, εἶναι θεϊκός. Τό θέμα δέν βρίσκεται στό ἄν θά κολλήσω ἤ δέν θά κολλήσω τόν ἰό. Τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας μέ καθιστᾶ ἀναστάσιμο. Καθετί καί ἀσθένεια καί θάνατο ὅλα τά ἀνάγει πρός δόξα Θεοῦ. Ἡ Θεία Κοινωνία μέ φυλάττει  ἀκόμη κι  ἐν μέσω σκιᾶς θανάτου. Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι ἡ ἀθανασία μου.
Τούτη τή Μεγάλη Σαρακοστή νηστεύουμε τόν ἄρτο τόν ἐπιούσιο, τόν ἄρτο τόν «ζῶντα, τόν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάντα», ἀλλά ἡ φύση αὐτῆς τῆς νηστείας κατεργάζεται βαθύτερα τόν ἱερό πόθο, συνεφέρει τό νοῦ ἀπό τή  χλιαρότητά του καί μεταποιεῖ τήν καρδιά σέ ὁλοκαύτωμα νόστου γιά τό ἀναστάσιμο σῶμα Του. Τό ἀναστάσιμο ἐκκλησιαστικό σῶμα Του. Αὐτό πού κάθε Κυριακή φορούσαμε γιά νά μπολιάζουμε μέ Θεό χῶρο καί  χρόνο.
Ἔτσι σκυμμένη στό χαρτί προσπαθῶ ὄχι νά τόσο νά θίξω  ἀλλά νά βοηθήσω. Ὡστόσο αὐτό πού χρειαζόμαστε εἶναι  τό μετά πόνου βάθος σιωπῆς καί  μετανοίας, προκειμένου τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νά ἐπισκεφτεῖ τήν καρδιά μας, ὥστε ὡς «διδακτοί Θεοῦ» νά πορευόμαστε ἐν ἀληθεία. Διότι πρέπει ὁ καθένας ἀπό μᾶς νά εἰσέλθει στό σιωπηλό ταμεῖο τῆς καρδιᾶς του καί νά ζυγιάσει στή χάρη τοῦ Θεοῦ τούς καιρούς πού τοῦ δόθηκαν, ὥστε νά ἀνανήψει ἀπό κάθε σκοτάδι καί κάθε ἀσθένεια. Κι ἄν τώρα κάποιος ἀπό τούς παραπάνω λόγους βοηθᾶ στή νήψη τοῦ βαθύτερου εἶναι μας, αὐτός εἶναι  δῶρο προσευχῆς.
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΥΓ. «Ὅταν σοῦ ἔρθει ἀναπάντεχος πειρασμός, μήν κατηγορεῖς ἐκεῖνον ἀπό τόν ὁποῖο προήλθε, ἀλλά ἐξέτασε τό γιατί σοῦ ἦρθε, καί θά βρεῖς διόρθωση. Ἐπειδή εἴτε ἀπό ἐκεῖνον, εἴτε ἀπό ἄλλον,σοῦ ἔπρεπε νά τό πεῖς τό πικρό ποτήρι τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ.»
Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

Ρωσική εικόνα με παράσταση της Θείας λειτουργίας.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019



Η ΥΠΑΚΟΗ ΩΣ ΟΔΟΣ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑΣ. ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΑΦΕΙΑ ΥΠΑΚΟΗΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ Η ΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ
(Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἱερομονάχου ΠΕΤΡΟΥ: ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ). 


Γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες σκληρῶν παιδιῶν, παιδιῶν μέ καρδιά κλειστή στό "ἴδιον θέλημα" καί γιά αὐτό ἀνυπάκουων, διότι  παράλληλα  κι ἐμεῖς δέν συνειδητοποιοῦμε τήν ὑπακοή ὡς τόν θεῖο μίτο  καί παραμένουμε ὀντολογικά κεκλεισμένοι, δηλαδή ἀνυπάκουοι στόν Θεό Πατέρα. Ὑπακούω σημαίνει ἀγαπῶ, δηλαδή κάνω τόπο στήν καρδιά μου γιά τήν καρδιά τοῦ ἄλλου, ἀναλαμβάνω νά σηκώσω σταυρό, προκειμένου νά γίνω "διδακτός Θεοῦ". Ἡ ὑπακοή λοιπόν εἶναι γεγονός ὀντολογικῆς φύσεως καί λειτουργεῖ μέ μυστικό τρόπο τόν "πλατυσμό τῆς καρδίας" καθιστώντας τόν ἄνθρωπο φορέα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας.
Γιά τήν κατανόηση τῆς σπουδαιότητας ἀλλά καί τῆς ὀντολογικῆς ἀναγκαιότητας πού χαρακτηρίζει τήν ἀγωγή τῆς ὑπακοῆς παρουσιάζονται ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἱερομονάχου ΠΕΤΡΟΥ: ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ . ΚΕΦ. 7 Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΟΔΩΝ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ α.Τό χάρισμα τῆς θεολογίας ὡς καρπός τοῦ μυστηρίου τῆς ὑπακοῆς / Ἱερά Μονή Τιμἰου Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2019.



«...Ἡ ὁδός  τῆς ὑπακοῆς πηγάζει ἀπό τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος καί φανερώθηκε στόν κόσμο μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ  «ἠγαπημένου Υἱοῦ» ...Ὅλη ἡ ἐπίγεια παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε ἕνα ὑπόδειγμα ὑπακοῆς... «...καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέψαντός με». Ὁ Χριστός ἐργάστηκε τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων μέ τήν ὑπακοή του στόν Πατέρα, «... γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ».

...Ὁ σκοπός τῆς ὑπακοῆς περικλείεται στήν ἀναζήτηση «τῶν ὁδῶν τοῦ Θείου Θελήματος», ὥστε νά γίνει τελικά ὁ Θεός «τά πάντα ἐν πᾶσι».
«Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς ἐν τῷ ὀνόματί σου ὧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς...ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν...καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν, ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν».
Στήν προοπτική αὐτή, ἡ ὑπακοή εἶναι ἕνα μυστήριο πού κατέχει μέγιστη σπουδαιότητα, ὄχι μόνο γιά τή ζωή κάθε χριστιανοῦ καί μοναχοῦ, ἀλλά καί γιά τή ζωή ὅλου τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
...Για τόν Γέροντα Σωφρόνιο ἡ ὑπακοή εἶναι «ἱερόν ἀπόρρητον»τό ὁποῖο ἀποκαλύπτεται μόνο διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀποτελεῖ πικρή διαπίστωση τό γεγονός ὅτι ἀπό τά πολλά μέλη τῆς Ἐκκλησίας λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού γνωρίζουν τά κρυμμένα πλούτη τῶν θεσμῶν της. Κατά κανόνα τό κυριότερο πρόσκομμα εἶναι ὁ πειρασμός τῆς «ἰδίας κρίσεως» καί τῆς αὐτάρκειας, πού πηγάζουν ἀπό τό πάθος τοῦ ἐγωισμοῦ.
 Ἔπειτα ἀπό τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ στήν πλάνη τῆς αὐτονομίας, ὁ ἄνθρωπος ζεῖ πλέον μέ τόν νοῦ του κατακερματισμένο καί τήν καρδιά του ὑποδουλωμένη σέ πλῆθος φθαρτῶν θελημάτων. Τά νοήματά του ὑπέστησαν μεγάλη φθορά, καί ὁ ἴδιος ἔγινε ὄχι ἁπλῶς «δίψυχος», ἀλλά «πολύψυχος» καί ὄντως «ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ». Ὁ σκοπός τῆς ὑπακοῆς εἶναι νά ἀντιστρέψει τίς συνέπειες τῆς πτώσης καί νά χαρίσει στόν ἄνθρωπο «τήν εἰς Χριστόν ἁπλότητα», κάνοντάς τον «μονόψυχο», σταθερό καί ἀσάλευτα στερεωμένο στήν πέτρα τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ὑπακοή εἶναι τό πιό δυνατό καί τό πλέον ἀποτελεσματικό ὅπλο πού χάρισε ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο γιά νά ἐξαγνίσει τόν νοῦ καί τήν καρδιά του ἀπό κάθε κίνηση ἐγωισμοῦ καί νά μάθει σταδιακά νά «αἰχμαλωτίζει πᾶν νόημα εἰς τήν ὑπακοήν τοῦ Χριστοῦ». Ὁ γενικότερος κανόνας ὡς πρός τή στάση κάθε πιστοῦ, ἀρχάριου καί μή, εἶναι τό  «μή ἐμπιστεύου εἰς ἑαυτόν».
...Ὁ Θεός δέν ἔπλασε ἀφεντικά καί δούλους, ἀλλά πατέρες καί υἱούς, καί οἱ υἱοί μέ τή σειρά τους, ὅταν μαθαίνουν νά ἀνοίγουν τήν καρδιά τους στόν λόγο τοῦ Γέροντός τους, γίνονται κληρονόμοι τῆς πνευματικῆς παρακαταθήκης τῶν πνευματικῶν προγόνων τους. Ἡ ὑπακοή κατ’ ἀκρίβεια εἶναι πολύ μεγάλο προνόμιο, γιατί εἶναι ὁ πιό σύντομος δρόμος γιά νά βρεῖ ὁ ἄνθρωπος «πλοῦτον χάριτος» καί «περισσόν ζωῆς». Ὁ Γέροντας σφραγίζει τήν ἀλήθεια αὐτή μέ λόγους πού πιθανόν νά φαίνονται «σκληροί», ἀλλά ὄχι γιά ἐκείνους πού ἔχουν γευθεῖ τούς καρπούς τοῦ μυστήριου τῆς ὑπακοῆς:
«Ἐν τῷ ὠκεανῷ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἡ γνήσια καί ἀμίαντος παράδοσις τοῦ Πνεύματος ρέει ὡς λεπτόν ρεῦμα καί ὅστις θέλει νά ἐμποτισθῇ ἐκ τούτου τοῦ λεπτοῦ ρεύματος ὀφείλει νά ἀποκοπῇ ἐκ τῆς ‘ἰδίας αὐτοῦ κρίσεως’...Οἱ ἔχοντες ἴδιον θέλημα καί ἴδιον νοῦν, ὅσον καί ἄν εἶναι πολυμαθεῖς καί εὐφυεῖς, καί ἐάν εἰσέτι φονεύσουν ἑαυτούς διά τῶν πλέον αὐστηρῶν ἀσκήσεων ἤ ἐργασιῶν πολυμαθείας θεολογικῆς, δέν θά ἐπιτύχουν νά περισυλλέξουν εἰ μή ψυχία πίπτοντα ἐκ τοῦ Θρόνου τοῦ Ἐλέους».
...Ἡ ἄσκηση τῆς ὑπακοῆς δέν ἀποσκοπεῖ στό νά «συντρίψει» τή φυσική θέληση κάθε χριστιανοῦ. Ὁ ἀληθινός σκοπός της εἶναι νά βοηθήσει τόν ἄνθρωπο νά ἀποβάλει τό ‘ἴδιον θέλημα’, τό ἐγωιστικό καί φίλαυτο φρόνημα, ὥστε νά οἰκειοποιηθεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κάθε θυσία στόν ἀγώνα τῆς τηρήσεως τοῦ Θείου θελήματος ἐξομοιώνει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Χριστό...
Πολλοί περιγράφουν τήν ὑπακοή ὡς τήν πλέον θεάρεστη θυσία, γιατί ὁ ἄνθρωπος θυσιάζει τό θέλημά του, πού εἶναι ὅ,τι πολύτιμο ἔχει στή ζωή του. Κατ’ οὐσίαν ὅμως ἡ ὑπακοή εἶναι μεγάλο δῶρο, ἀφοῦ τό μόνο πού θυσιάζει ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό ἐμπαθές καί ἐγωκεντρικό θέλημά του μαζί μέ τόν ἀσθενῆ καί πεπερασμένο νοῦ του. Μέ τήν πράξη αὐτή ἀνέρχεται στόν χῶρο τοῦ Θείου θελήματος καί ἔτσι γίνεται κοινωνός τῆς θείας ζωῆς. Ἡ πείρα τῆς ὑπακοῆς γίνεται τελικά πείρα «τῆς αὐθεντικῆς ἐν τῷ Θεῷ ἐλευθερίας». Ἐφόσον ὅμως ἡ ἀληθινή ἐλευθερία ὑπάρχει ἐκεῖ, «οὗ τό Πνεῦμα Κυρίου», ἕπεται  ὅτι καί ὁ σκοπός τῆς ὑπακοῆς, ὅπως καί τῆς χριστιανικῆς ζωῆς γενικότερα, εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπομένως, δέν πρόκειται γιά θυσία ἀλλά γιά μεγάλη εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο.
Ὅλο τό πλήρωμα τῆς Θεογνωσίας εἶναι ἀποθησαυρισμένο στή χρυσή ἀλυσίδα τῆς πνευματικῆς παραδόσεως, πού συνεχίζεται ἀδιάκοπα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ ἔως σήμερα. Ὁ μόνος τρόπος γιά νά δεχθεῖ κάποιος τόν πλοῦτο τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι νά γίνει καί ὁ ἴδιος ἕνας ζωντανός κρίκος αὐτῆς τῆς ἀλυσίδας τῆς Ἱερῆς Παραδόσεως. Γι’ αὐτόν τόν σκοπό ὅμως, πρέπει νά προσέλθει στό μυστήριο τῆς ὑπακοῆς μέ συναίσθηση τῆς πνευματικῆς του πτωχείας καί τῆς ἀνάγκης του γιά θεραπεία, ἀφοῦ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ «ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Ἀντιθέτως, ὅταν γίνεται «φρόνιμος παρ’ ἑαυτῷ», τότε ἀδυνατεῖ νά εἰσέλθει στό «μυστικό θησαυροφυλάκιο»τῆς χάριτος καί τῆς γνώσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κυρίου. Ἡ καθαρότητα τῆς παραδόσεως χάνεται ὅταν ὀ ἄνθρωπος παραμένει προσκολλημένος στήν «ἰδίαν κρίσιν»του, γιατί τότε, στήν ἀποκεκαλυμμένη θεία σοφία καί δικαιοσύνη, ἀντιτίθεται ἡ ἀνθρώπινη «σοφία»καί «δικαιοσύνη».
...Ἡ ὑπακοή εἶναι ὄντως ἕνα μεγάλο μυστήριο πού συνδέεται πολύ στενά μέ τό χάρισμα τῆς θεολογίας, δηλαδή τῆς θεολογίας μέ τήν  ἔννοια τῆς πνευματικῆς κατάστασης καί ὄχι τῆς διανοητικῆς πολυμάθειας, γιατί κατά τόν Γέροντα ἡ τελευταῖα μπορεῖ νά ἀπέχει ἀπό τήν πραγματική ζωή ὅσο ἀπέχει ἡ γῆ ἀπό τόν οὐρανό...Στά συγγράμματά του τεκμηριώνει θεολογικά τή συνάφεια ὑπακοῆς καί θεολογίας, στηριζόμενος στό γεγονός τῆς Ὑποστατικῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου καί στή δυνατότητα πραγματώσεως τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς στόν ἄνθρωπο διά τῆς ὑπακοῆς.
Ἡ ἀληθινή θεολογία ἀποτελεῖ καρπό τῆς θέωσης...κατά τή θέωση ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ «ὑποστασιάζεται» στόν ἄνθρωπο...Ἑφόσον ὅμως ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ φανερώθηκε στόν κόσμο μέ τήν ἄφατη καί «μέχρι θανάτου» ὑπακοή τοῦ Χριστοῦ, ἄρα καί γιά τόν ἄνθρωπο ἡ ὑπακοή εἶναι ἡ μόνη ὁδός, γιά νά μπορέσει κατά χάριν νά ὑποστασιάσει μέσα του τή θεία ζωή καί νά φτάσει στή θέωση...Ἀφοῦ λοιπόν ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ φανερώθηκε μέ «ὑποστατικό τρόπο», δηλαδή μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ, ἄρα καί ἡ πρόσληψη αὐτῆς τῆς ἀλήθειας συνδέεται μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς στόν ἄνθρωπο...ἡ ὑπακοή εἶναι ἡ τελειότερη καί περιεκτικότερη ἔκφραση τῆς διπλῆς ἐντολῆς τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο.
...Ἀπό τά παραπάνω ἕπεται ὅτι ἡ συνάφεια θεολογίας καί ὑπακοῆς εἶναι ὀντολογικῆς φύσεως, ἐπειδή ἡ ὑπακοή εἶναι ἡ μόνη ὁδός γιά τήν τελείωση τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς. Ὀ ἄνθρωπος πού ἀγνοεῖ τήν ὁδό τῆς ὑπακοῆς, ἀδυνατεῖ νά ἀφομοιώσει τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τό μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπομένως ἀδυνατεῖ νά προσλάβει καί τό πλήρωμα τῆς Θεογνωσίας καί τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας.
...Ἡ ὑπακοή στήν τελειότερη μορφή της εἶναι ἡ ἐνεργητική κίνηση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου πού ἄγεται ἀπό τή μείζονα ἐντολή τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἔμπειρος ὑποτακτικός...σταδιακά μαθαίνει νά αἰσθάνεται καί νά ψηλαφεῖ τήν «ὑπόσταση» τοῦ ἄλλου προσώπου. Αὐτό ἀποτελεῖ σημεῖο ὅτι καί σέ αὐτόν τόν ἴδιο ἀναδεικνύεται ἡ ὑποστατική ἀρχή.
Ἡ πνευματική γνώση πού ἀποκτᾶται μέ τήν ταπεινή μαθητεία τῆς ὐπακοῆς, εἶναι εὐρύτερη ἀπό τή μελέτη καί τήν ἐξ ἀκοῆς διδασκαλία. Ὅσο μορφωμένος καί ἄν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, χωρίς τήν καλλιέργεια τῆς εὐαγγελικῆς ὑπακοῆς δέν θά γνωρίσει ποτέ «τήν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ», γιατί ἡ θύρα τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου θά παραμένει πάντοτε «ἑρμητικῶς κεκλεισμένη». Ἑάν τό χάρισμα τῆς θεολογίας προϋποθέτει τόσο τήν «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» πρόσληψη καί ἀφομοίωση τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Λόγου, ὅσο καί τή μετάδοση αὐτῆς τῆς γνώσεως, τότε τό μυστήριο τῆς ὑπακοῆς ἅπτεται καί τῶν δύο αὐτῶν πλευρῶν τῆς θεολογίας, γιατί διευρύνει ἀπροσμέτρητα τίς γνωστικές δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου.
...Ἀπό ὅλες τίς «γνωστικές» ὁδούς καμία δέν παρέχει τέτοιο βάθος ἀνθρωπολογικῆς γνώσεως, ὅσο ἡ ὁδός τῆς ὑπακοῆς, γιατί μόνο αὐτή μπορεῖ νά φανερώσει τόν ἀληθινό ἄνθρωπο, ὅπως τόν συνέλαβε ὁ δημιουργικός Νοῦς τοῦ Θεοῦ «πρό καταβολῆς κόσμου».Ὅσο ὀ ἄνθρωπος παραμένει «ἀδόκιμος» τοῦ μυστηρίου τῆς ὑπακοῆς, τόσο ἀπομονώνεται στά δεσμά τῆς ἐγωϊστικῆς ἀτομικότητάς του, ἀδυνατώντας νά δεχθεῖ τήν Ἀποκάλυψη Ἐκείνου πού ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου».Ἡ ἀρχή τῆς ὑποστάσεως τελειώνεται μέ τήν ὑπάκοή σέ ἕνα ἄλλο ἀληθινό πρόσωπο• αὐτό τοῦ πνευματικοῦ καί κατ’ ἐπέκτασιν πρός τό πρόσωπο κάθε ἀδελφοῦ.  Ἐκεῖνος πού ὑποτάσσεται μαθαίνει νά δέχεται μέσα του τή ζωή τοῦ ἄλλου, ἕως ὅτου γίνει ἱκανός νά δεχθεῖ κατά χάριν καί τό πλήρωμα τῆς ζωῆς του «κατ’  ἔξοχήν Ἄλλου» πού εἶναι ὁ Χριστός.
Ὁ ἀληθινός ὑποτακτικός γνωρίζει ὑπαρξιακά τό μυστήριο τοῦ «πλατυσμοῦ τῆς καρδιᾶς». Δεχόμενος μέσα του τίς σκέψεις καί τό θέλημα τῶν ἄλλων προσώπων, μαθαίνει ταυτόχρονα νά θεωρεῖ καί τά προσωπικά του βιώματα ὡς ἀποκάλυψη τοῦ τί συμβαίνει σέ κάθε ἄνθρωπο στόν κόσμο. Ἔτσι, ἡ ὑπακοή ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο σέ ἕναν «ὑποστατικό τρόπο ὑπάρξεως».
«Ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ ὑποτακτικοῦ ἀναπτύσσεται ἡ χριστιανική συμπάθεια πρός ὅλην τήν ἀνθρωπότητα καί ἡ προσευχή αὐτοῦ γίνεται φορεύς ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, τουτέστιν ‘ὑποστατική’, καθ’ ὁμοίωσιν τῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ ἐν Γεθσημανῇ. Δι’ αὐτῆς τῆς προσευχῆς ὁ ὑποτακτικός αἰσθάνεται τήν ἑνότητα αὐτοῦ μεθ’ ὄλης τῆς ἀνθρωπότητος, καί ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον, ἤτοι πρός πάντα ἄνθρωπον, ἀποβαίνει φυσικόν τι».
Στήν τελειότητά της, ἡ ὑπακοή ἐκφράζει τήν κατάσταση κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος καθιστᾶ «ὅλον τόν Ἀδάμ» περιεχόμενο τῆς ὑποστάσεώς του. Ἡ μεσιτεία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιά ὅλον τόν κόσμο καί ἡ συμμετοχή στή Γεθσημάνεια προσευχή τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελοῦν ἀδιαμφισβήτητες ἐνδείξεις πραγματώσεως τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, τό μυστήριο τῆς ὑπακοῆς ἀπεργάζεται τόν ἄνθρωπο φορέα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος...Εἶναι πολύ χαρακτηριστική ἡ μαρτυρία τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ, ἀναφορικά μέ τή σχέση ὑπακοῆς καί προσευχῆς γιά ὅλον τόν κόσμο.
Ὁ «ὑποστατικός τρόπος ὑπάρξεως» ἀποτελεῖ πολύτιμο χάρισμα γιά τή διδασκαλία καί τή μετάδοση τῆς θεολογίας...Ἡ  ὑποστατική προσευχή καί ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον ἔχουν τό ἰδιαίτερο ἰδίωμα νά πληροφοροῦν καί νά πείθουν τίς καρδιές «τῶν ἀκουόντων». Ὅταν στήν καρδιά τοῦ διδασκάλου-θεολόγου ἐνεργεῖται αὐτή ἡ ὑποστατική προσευχή γιά ὅλον τόν Ἀδάμ, τότε οἱ λόγοι του εἶναι φορτωμένοι μέ χάρη καί ἐπιφέρουν ἀγαθή ἀλλοίωση στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὑψηλή παιδεία τῆς ὑπακοῆς ἀναπτύσσει στόν ἄνθρωπο τήν ἱκανότητα νά «ψηλαφίζει» τόν ἐσωτερικό κόσμο τῶν ἀδελφῶν του καί νά τούς μεταδίδει τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ μέ λόγους καί τρόπους πού ἀνταποκρίνονται στήν κατάστασή τους. Τό σημαντικότερο ὅμως εἶναι ἡ Χριστομίμητη προσευχή, πού ἐνεργεῖται ἐκ τῶν προτέρων καί πού μεταδίδει ἀκαταμάχητη αἴσθηση Θεοῦ. Τότε καί τό κήρυγμα γίνεται ὄχι μέ «πειστικά» ἀνθρώπινα λόγια , ἀλλά «ἐν ἀποδείξει Πνεύματος καί δυνάμεως». Ἡ παιδεία τῆς ὑπακοῆς «ἀνοίγει τά ὦτα»τοῦ ἀνθρώπου γιά νά μπορεῖ νά προσλάβει τήν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ χαρίζει «γλῶσσαν παιδείας» γιά νά μπορεῖ νά μεταδώσει τή γνώση τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ στούς ἀδελφούς του.
...Ἡ κάθαρση τοῦ νοῦ ἀπό τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς καί ἡ ἕνωσή του μέ τήν καρδιά, πού ἐπιτελεῖται μέ τό πνευματικό πένθος καί τήν ὑπακοή, θέτει τά πιό βαθειά καί ἀσάλευτα θεμέλια  γιά τήν αὐθεντική θεολογία.
...Στόν βαθμό πού ἡ ὑπακοή βιώνεται ὡς «μυστήριον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ», οἱ σχέσεις Γέροντος καί ὑποτακτικοῦ φέρουν  ἱερό χαρακτήρα. Γιά τόν φιλότιμο ὑποτακτικό ἡ αἰωνιότητα γίνεται ἁπτή πραγματικότητα ἤδη ἀπό αὐτή τή ζωή, ἀφοῦ φέρει μέσα του ζωντανή αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τό Ὁποῖο τοῦ μεταδίδει πληροφορία ὅτι ἤδη «μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν».
...ἡ «σταύρωση» τοῦ νοῦ διά τῆς ὑπακοῆς ἔχει καίρια σημασία, γιά νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά προσλάβει τή θεολογία ὡς κατάσταση τοῦ πνεύματός του...Κατανοώντας τήν ἀληθινή θεολογία ὡς καρπό θεοπτίας, ὁ Γέροντας τονίζει ὅτι ἡ ὁδός πρός αὐτή τήν κατάσταση δέν εἶναι ἠ διανόηση ἀλλά ἡ παράσταση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ «ἐν καθαρῷ νοΐ». Αὐτή δίδεται , ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σέ ἔσχατη ἔνταση μετανοίας...Τότε, ὀ ἄνθρωπος «ζεῖ» τόν Θεό ὄχι ὡς «ἀντικείμενο»γνώσεως, ἀλλά «ὡς τήν ἑαυτοῦ ζωήν»• ἡ ἐνέργεια τῆς ἀΐδιας θείας ζωῆς διαπερνᾶ τήν καρδιά, τόν νοῦ καί τό σῶμα, καί ὁ «ὅλος ἄνθρωπος»γνωρίζει ὑπαρξιακά τόν Θεό στήν ἐνεργητική Του μορφή.
Παρ’ ὄλα αὐτά ὅμως, ἀκόμη καί σέ αὐτό τό στάδιο ἡ ταπεινή ἀναφορά τῆς ὑπακοῆς ἀποβαίνει ἀσφαλιστικός γνώμονας, πού παρέχει πνευματική σταθερότητα...Τό ὁποιοδήποτε προφητικό χάρισμα πρέπει νά τίθεται στήν κρίση ἄλλων προσώπων κατάλληλων πρός αὐτόν τόν σκοπό. Ἡ συμμαρτυρία τῶν Πατέρων καί τῶν πνευματικῶν τῆς Ἐκκλησίας ἐπιβεβαιώνει ὅτι τό χάρισμα δέν εἶναι ἕνα αὐτονομημένο γεγονός τῆς ἀτομικότητάς του, ἀλλά ὅτι «περικλείεται εἰς τό καθολικόν εἶναι, τό κατ’ εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐμπιστοσύνη στά προσωπικά βιώματα ἀνέχει μεγάλο κίνδυνο, ἰδιαίτερα ὄταν ὁ ἄνθρωπος ἐξουσιάζεται ἀκόμη ἀπό τά πάθη.
...Ἡ σταύρωση τοῦ νοῦ διά τῆς ὐπακοῆς δίνει στόν ἄνθρωπο τή δυνατότητα νά διδαχθεῖ διά τῆς χάριτος στήν καρδιά του τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν ἐκκοπή τοῦ θελήματος καί τήν παράδοση τοῦ νοῦ στό μυστήριο τῆς ὑπακοῆς τά φυσικά χαρίσματα τοῦ ἀνθρώπου «περικλείονται»στά ὑπερφυσικά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ. Κατά τό μέτρο τῆς ἐκκοπῆς τῆς «ἰδίας κρίσεως» ἐνεργεῖται καί ὁ ἐμπλουτισμός μέ τή θεία Χάρη. Τότε ἐκεῖνο πού ἔμοιαζε μέ ἀχρήστευση τῶν χαρισμάτων τοῦ ἀνθρώπου τελικά «ποιεῖ καρπόν ἑκατονταπλασίονα». Ἐγκαταλείποντας πάντα «τά ὑπάρχοντά ἑαυτοῦ», ὁ ἄνθρωπος δέχεται ἀπό τόν Θεό τήν δωρεά τῆς αἰώνιας πνευματικῆς ἀγάπης πρός τούς πάντες καί τά πάντα• γίνεται κάτοχος ἀσύγκριτα μεγάλων θησαυρῶν, ἀληθινῶν καί ἄφθαρτων, «ὡς μηδέν ἔχων καί τά πάντα κατέχων». Δίνοντας ὅλον τόν χῶρο τῆς καρδιᾶς στόν Χριστό διά τῆς ὑπακοῆς, ξεπερνᾶ τά φτωχά μέτρα τῆς φθαρτῆς φύσεώς του• ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ «ἐνοικεῖ πλουσίως»μέσα του καί γίνεται πλέον «διδακτός Θεοῦ». Ἐγκαταλείποντας τούς «θησαυρούς τῆς Αἰγύπτου», δηλαδή τό πνεῦμα καί τή σοφία αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καί βαστάζοντας τόν ὀνειδισμό τοῦ Χριστοῦ μέ τή μωρία τῆς ὑπακοῆς, ἀξιώνεται νά λάβει «μείζονα πλοῦτον». Ἡ θεία χάρη τοῦ μεταδίδει τή σοφία τοῦ μέλλοντος αἰώνος, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τή σοφία τῆς ἀπερίγραπτης ταπείνωσης καί ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.
...Χωρίς τό κενωτικό φρόνημα, πού καλλιεργεῖται στήν ὑπακοή, ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νά ἐμβαθύνει στό μυστήριο τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἐάν ἡ πράξη τῆς ὑπακοῆς θεωρηθεῖ ὡς ἐκούσια συσταύρωση μέ τόν σαρκωθέντα Θεό-Λόγο, τότε γίνεται αἰτία γιά νά λάβει ὁ ἄνθρωπος χάρη πού τόν ἐξομοιώνει μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό. Στήν κατάσταση αὐτή, τό χάρισμα τῆς ὑπακοῆς περικλείει μέσα του «ζωηφόρο θεολογία», τήν ὁποία ὁ Γέροντας κατανοεῖ ὡς καρπό «τῆς ἀληθοῦς διαμονῆς ἐν τῷ Φωτί τῆς ἀγάπης». »

ΥΓ: Τό κείμενο ἔχει προστεθεῖ στήν ἑνότητα: Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΩΣ ΟΔΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΓΝΩΣΗ

Η ΥΠΑΚΟΗ ΩΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ 







Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

Κατάσταση  περιορισμένης πραγματικότητας




 «Ἀναμεσά μας πάντοτε ἕνας
Ἐκεῖνος πού μαθαίνει τά νιάτα τοῦ οὐρανοῦ».
                                               Γ. Σαραντάρης

Μά στόν ἀντίποδα «ὁ νεότερος κόσμος, ἀπό τήν Ἀναγέννηση καί ἐδῶθε, ζεῖ ἀκριβῶς μέσα στήν κατάσταση αὐτή τοῦ περιορισμοῦ τῆς συνολικῆς πραγματικότητας ἀπό τήν πραγματικότητα τῆς γνώσης, πού μποροῦμε νά τήν ὀνομάσουμε κατάσταση ἀναγκαστικοῦ περιορισμοῦ ἤ κατάσταση τῆς περιορισμένης πραγματικότητας ... Αὐτή ἡ ἀφύσικη τοποθέτηση στούς ἀντίποδες μᾶς κάνει, λόγου χάρη, ἀντίθετα ἀκριβῶς μέ τά ὅσα διδάσκει ὁ Πλάτωνας στό εὐπρεπείας γραφῆς πέρι καί ἀπρεπείας ( Φαίδρος 274b), νά διατηροῦμε ὁρισμένες καταστάσεις πού μᾶς ἔχουν κάνει ἔξωθεν -ὅπως ἡ γραφή- οὐκ ἔσωθεν ἀναμιμνησκόμενους, καί μᾶς πορίζουν ὄχι ἀληθινή σοφία, ἀλλά τό ὀμοίωμά της, σοφίας δόξαν, οὐκ ἀλήθειαν».
Ζ. Λορεντζάτος

Στήν παρούσα μελέτη παρουσιάζονται ἐπιλεγμένα ἀπόσπάσματα ἀπό τό πόνημα τοῦ Ζήσιμου Λορεντζάτου «ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ - Γ.ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ» καί πιό συγκεκριμένα  ἕνα μέρος ἀπό τά σχόλια πού ἀφοροῦν τό «φιλοσοφικό» δοκίμιο τοῦ Σαραντάρη «Συμβολή σέ μιά φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης», προκειμένου νά προσεγγίσουμε τά αἴτια τοῦ ὀντολογικοῦ ἀποπροσανατολισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας. Ἐνῶ γνωρίζουμε τό ποιητικό ἔργο τοῦ  Γ. Σαραντάρη, ἀγνοοῦμε τό δοκιμιακό του ἔργο, γεγονός τό ὁποῖο ὁ Ζήσιμος, ἰδιαίτερως γιά τό κείμενο τῆς Συμβολῆς, τό ἀποδίδει σέ δύο παράγοντες. Ὁ πρῶτος ἔχει νά κάνει μέ τήν ἀπιστία μας. «Τό κείμενο τοῦ Σαραντάρη τούς ξέφυγε. Μιλοῦσε γιά πολλά τῶν θείων. Ἀπιστίῃ τούς ξέφυγε». Ὁ δεύτερος ἔχει νά κάνει μέ τούς κριτικούς στήν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι «στάθηκαν ἀνίκανοι νά καταλάβουν» καθώς «ποτέ δέν βάζουν μέ τό νοῦ τους τήν περίπτωση πώς μπορεῖ αὐτοί νά ὑπολείπονται ἀπό ἕνα κείμενο». Ἀπό τόν Ζήσιμο Λορεντζάτο ὄχι μόνο δέν «ξέφυγε» -δόξα τῷ Θεῷ- τό κείμενο, ἀλλά τό ἀνάστησε  γιά ὅλους ἐμᾶς  ἡ βαθυστόχαστη προσωπικότητα του. Διαβάζουμε λοιπόν:
«Ἡ «Συμβολή σέ μιά φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης» δημοσιεύτηκε τό 1937 καί ἀποτελεῖται ἀπό τόν πρόλογο καί τρία κεφάλαια: Κεφ.Α «Τό ἐγώ τῆς γνώσης καί τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης», Κεφ. Β «Ἡ πίστη» καί Κεφ. Γ «Ἡδονή καί πίστη». Σύνολο σελίδων τριάντα μία. Γιά ποιόν ὅμως λόγο ἀξίζει νά ἐνσκύψουμε στό δοκίμιο αὐτό;
«Νομίζω πώς ἡ σημερινή Ἑλλάδα μπορεῖ νά κρίνει τό λεγόμενο δυτικό πολιτισμό» διαβάζουμε σάν προμετωπίδα στόν πρόλογο τῆς Συμβολῆς. Ἡ σημερινή Ἑλλάδα «μπορεῖ καί πρέπει νά κρίνει τόν τέτοιο πολιτισμό»-τό δυτικό πολιτισμό-«ἄν θέλει νά σωθεῖ ἀπό τήν ἐπιρροή πού ἡ ἴδια ἡ Εὐρώπη ἐξάσκησε πάνω μας ἕναν ὁλάκερο αἰώνα» καί πρέπει νά προχωρήσει «μέ τήν ἀποκάλυψη τῶν σκοτεινῶν σημείων τῶν γηρασμένων Εὐρωπαίων. Προπάντων τίς ἀρρώστιες τους ἐκεῖνες πού μήτε οἱ ἴδιοι ὑποψιάζονται καί σχεδόν ποτέ δέν ἀναφέρουνε, χρειάζεται ἐμεῖς νά προσέξουμε». Καί μάλιστα, σέ ἕνα γράμμα σχετικό μέ τήν Συμβολή ὐπερτονίζει τήν ἀνάγκη αὐτή λέγοντας: «ἡ ἐποχή μας ἔχει ἱερή ὑποχρέωση νά κρίνει τό παρελθόν (καί, φυσικά, προπάντων τό εὐρωπαϊκό παρελθόν) καί ... ἄλλωστε δέ μπορεῖ νά ἀποφύγει τούτην τήν ὑποχρέωση, γιατί νιώθει πώς διαφορετικά ἔρχεται ὁ θάνατος...Ἔργο τῆς γενεᾶς μας εἶναι νά ἐξηγήσει ποιός εἶναι αὐτός ὁ θάνατος».
Σημειώνει ὁ Ζήσιμος «πώς λέει: νά κρίνει, δέ λέει νά κατακρίνει»  καί ἐξακολουθεῖ σχολιάζοντας: «Αὐτή εἶναι μιά πρώτη γενική ἀρχή, ἀλλά καί στάση ἀνεξάρτητου ἀνθρώπου, συνδεμένη...μέ τήν προσπάθεια νά βροῦμε –σωστότερα νά μή χάσομε- τό πνευματικό ἐμεῖς μας, καταπῶς ὀρμήνευε ὁ Μακρυγιάννης στά Ἀπομνημονεύματά του...Ἡ κρίση πρέπει νά γίνει τή φορά τούτη, ὄχι μονάχα μέ τή «φαντασία» (Περικλῆς Γιαννόπουλος) ἤ μέ τή «σκέψη» (Ἴων Δραγούμης), ἀλλά μέ τήν πνευματική «ὅσο πιό συγκεκριμένη (καί ἥσυχη) συνείδηση τῆς ἀνωτερότητάς μας», ὄχι τῆς ἀνωτερότητας  ἐμᾶς τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων, γιατί ἀπό κανένα δέν μποροῦμε νά εἴμαστε ἀνώτεροι, ἀλλά  τῆς ἀνωτερότητας τοῦ πνεύματος ἤ τῆς πνευματικῆς παράδοσης πού ἀκολουθήσαμε ἐμεῖς ἀπέναντι στό μή πνεῦμα, πολλές φορές, ἤ στίς δυτικές σχισματικές διακλαδώσεις (τοῦ Χριστιανισμοῦ, φυσικά, ἀφοῦ ἄλλη πνευματική παράδοση δέν ἀνάφανε, στίς περιοχές ὅπου ἀναφερόμαστε, ὕστερα ἀπό τό πέσιμο τοῦ ἀρχαίου κόσμου)...
Ὁ Σαραντάρης ὀνομάζει ἀκόμα τό 1937 φιλοσοφία-«ἡ φιλοσοφία μας»- ἐκεῖνο πού ἐμεῖς θά λέγαμε ὁδό (tao) ...δηλαδή ἕνα τρόπο ζωῆς (πνευματικῆς), καί ὄχι φιλοσοφία μέ τή σημασία ἑνός φιλοσοφικοῦ συστήματος πού τό κατασκευάζει ἤ τό ἐπεξεργάζεται συστηματικά ὁποιοδήποτε ἄτομο, ὅπως ἔχουμε τή φιλοσοφία τοῦ Σπινόζα ἤ τή φιλοσοφία τοῦ Κάντ. Τό ἕνα εἶναι διανοητικό σύστημα τοῦ λογικοῦ μας, τό ἄλλο εἶναι ἀγρύπνια ἤ ξάνοιγμα τῶν ματιῶν μας –«τά μάτια τῆς ψυχῆς» (Σολωμός)- στόν προορισμό τῆς ζωῆς...
Ἡ Συμβολή, λοιπόν, σέ μιά φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης σημαίνει συμβολή ἤ βοήθημα στό δρόμο πού ὁδηγάει στήν ἀλήθεια,... ἐκείνη πού μᾶς ἀπευθύνεται στό πρῶτο πρόσωπο μέσα ἀπό τίς παραβολές τῆς παράδοσης: Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια, τίποτα λιγότερο καί τίποτα περισσότερο.
Μονάχα ἡ πραγματικότητα αὐτή ὑπάρχει. Τά ἄλλα ὅλα -ὅσα ἐμεῖς νομίζουμε ἤ συνήθως ὀνομάζουμε πραγματικότητα- ὑφίστανται, εἶναι, ἀλλά δέν ὑπάρχουν.
 Σταθερά ἔχομε, λοιπόν, ἀπό τή μιά μεριά ὕπαρξη καί ἀπό τήν ἄλλη ὑπόσταση ἤ εἶναι (esse). Ὑπόσταση, εἶναι ἤ ἀνυπαρξία εἶναι τό ἴδιο• (θά παρακαλοῦσα νά συγκρατήσουμε τίς διακρίσεις). Ὕπαρξη εἶναι ἄλλο.
-ὕπαρξη ἐδῶ σέ ἀντίθεση μέ τήν ὑπόσταση (ὑφίσταμαι), τό εἶναι (εἶμαι), ἤ τήν ἀνυπαρξία ( δέν ὑπάρχω)-
Ἀναμεσά τους γέφυρα ὀ ἄνθρωπος: «Μονάχα στόν ἄνθρωπο», λέει ὁ Σαραντάρης, «δίνουμε τή δυνατότητα τῆς ὕπαρξης, καί τό ἄλλο σύμπαν βλέπουμε μέ τήν κατηγορία τῆς ἀνυπαρξίας» 12.
 (Καλό εἶναι νά θυμόμαστε,  στό σημεῖο αὐτό, πώς γιά τή χριστιανική παράδοση ( τῆς Ὀρθοδοξίας) τό σύμπαν ἤ ἡ κτίσις δέν ἔχουν στή φύση τους ἄλλη δυνατότητα νά ξεπεράσουν τή φυσική κατάστασή τους καί νά φτάσουν στόν Κτίσαντα (στό ὑπέρ φύσιν) παρά μονάχα τόν ἄνθρωπο, πού μέ τήν ἐλευθερία του μπορεῖ νά παρασύρει ὁλάκερη τή χτίση σέ μιά ὑπέρβαση τῆς χτίσης ἤ σέ μιά ἑνότητα μέ τό Θεό: ἀπό τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τήν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ (Πρός Ρωμαίους Η΄, 21). Μοναδική γέφυρα, ἀλλά καί μοναδικός ὑπεύθυνος γιά μιά τέτοια ὑπέρβαση καί σύνδεση ὁλάκερου τοῦ σύμπαντος μέ τό Θεό –τοῦ σύμπαντος πού μέ τόση ἀπερισκεψία (ἔπαρση ἀλογίας- ἐπιτρέψτε μου τήν προσθήκη-) σήμερα τό καταστρέφουμε- ἀπομένει ὀ ἄνθρωπος. Τό μέγεθος τῆς ὑπέρβασης αὐτῆς καί τῆς ἑνότητας τοῦ σύμπαντος κόσμου καθορίζει καί τό μέγεθος τῆς πνευματικῆς εὐθύνης τοῦ ἀνθρώπου, γιά τήν παράδοση τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς).
Ἔχομε, ἄν θέλετε, δυό διαφορετικές πραγματικότητες, τήν πραγματικότητα τῆς ὕπαρξης (στήν ὁποία μπορεῖ νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος) καί τήν πραγματικότητα τῆς ἀνυπαρξίας (τό ὑπόλοιπο σύμπαν). «Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τή δυνατότητα νά ὑπάρξει τόσο ἀληθινά, ὥστε νά μήν τοῦ παραμείνει μήτε σάν ἄλλη δυνατότητα ἡ περασμένη του πραγματικότητα τῆς ἀνυπαρξίας» (πάντα ὁ Σαραντάρης ὑπογραμμίζει). Αὐτή εἶναι τότε ἡ κατάσταση πού παλαιότερα ὀνομαζόταν θέωσις.
...ἄς συγκρατήσουμε καί ἐμεῖς μιά γιά πάντα, πώς ἔχομαι ἀπέναντί μας τήν πραγματικότητα τῆς ὕπαρξης (ὁ στόχος) καί τήν πραγματικότητα τῆς ἀνυπαρξίας (σά νά λέμε τό κοντάρι πού ρίχνομε ἤ πού δέ ρίχνομε καταπάνω στό στόχο). Ὅπως ἔχομε δύο πραγματικότητες, ἔτσι ἔχομε καί δυό ἐγώ. Πρῶτα τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης (στήν ὁποία μποροῦμε νά φτάσομε),... «Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς ἑνός ἀνθρώπου εἶναι ἡ αἰωνιότητα, ἀλλά μονάχα σάν ἀγκαλιαστεῖ ἀπό τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης, ἀπό τόν Ἄνθρωπο. Ἄν τό ἄτομο σάν ἄτομο νομίζει πώς πέτυχε ἕνα τέτοιο ἀποτέλεσμα, αὐταπατᾶται» 15... Τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης δέ χρειάζεται δια-βεβαιώσεις γιά νά λάβει αὐτοσυνείδηση, μήτε γνωρίζει ἀμφιβολίες: Ἁπλά ἀπό τήν ἀρχή εἶναι (est), δίχως νά χρειάζεται ἄλλο τίποτα, ὅπως ὁ καιρός στό βαρόμετρο ἤ ὅπως τό μεδούλι στό κόκκαλο• στό ἐγώ τῆς ὕπαρξης βασιλεύει ἡ σχέση τούτη: «δέν μοῦ λείπει ἠ αὐτοσυνείδηση, ἀλλά δέν εἶναι αὐτή πού μοῦ χρειάζεται γιά νά πῶ πώς εἶμαι» 14. Αὐτό εἶναι τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης.
Ὁλότελα διαφορετικό εἶναι τό ἐγώ τῆς γνώσης. «Τό ἐγώ τῆς γνώσης καταλήγει στήν αὐτοσυνείδηση» 13(ergo sum). «Τό ἐγώ πού δυσπιστεῖ πρός τήν ἑνότητά του, ἐκεῖνο τό ἐγώ γνωρίζει» 12...
Μέ τό διχασμό ὑποκείμενο-ἀντικείμενο, ἤ μέ τή γνώση, «ἡ συνείδηση βεβαιώνει τόν ἑαυτό της πώς κάτι, ἄσχετο πρός αὐτήν...ὑφίσταται» 10. Ἀλλά αὐτό (ἀντικείμενο ἤ ὑποκείμενο) συμβαίνει ἔξω. Τό ἔξω ὑφίσταται (δέν ὑπάρχει, «γιά τόν ἄνθρωπο πού ἀπόλυτη πραγματικότητα θεωρεῖ τήν ὕπαρξη» 10). Μονάχα τό μέσα  ὑπάρχει. Τό μέσα, λοιπόν, ἤ ὁ ἀληθινός ἑαυτός μας, ἡ «ὕπαρξη»τοῦ Σαραντάρη, δέ βρίσκεται μέ τή γνώση...
Καί-ἐπαναλαμβάνουμε- ὁ νεότερος κόσμος, ἀπό τήν Ἀναγέννηση καί ἐδῶθε, ζεῖ ἀκριβῶς μέσα στήν κατάσταση αὐτή τοῦ περιορισμοῦ τῆς συνολικῆς πραγματικότητας ἀπό τήν πραγματικότητα τῆς γνώσης, πού μποροῦμε νά τήν ὀνομάσουμε κατάσταση ἀναγκαστικοῦ περιορισμοῦ ἤ κατάσταση τῆς περιορισμένης πραγματικότητας.

Ἄν μέ τή γνώση (ἐγώ τῆς γνώσης) χρειάζεται ἡ ἀμφιβολία, μέ τήν ὕπαρξη (ἐγώ τῆς ὕπαρξης) χρειάζεται ἡ πίστη. Μέχρι τώρα ἀναφέραμε τό ρῆμα δυσπιστεῖ καί τή λέξη πίστη (ὑπογραμμισμένα ἀπό τόν Σαραντάρη) στίς δύό ἀκόλουθες φράσεις: «Τό ἐγώ πού δυσπιστεῖ πρός τήν ἑνότητά του, ἐκεῖνο τό ἐγώ γνωρίζει» 12 καί: «...[ἡ ὕπαρξη] τρέφει μιά πηγαία πρωταρχική πίστη στό ἐγώ [της], κι ὄχι μιάν ἀμφιβολία» 13. Συμπληρώνομαι τώρα τόν πίνακα γιά τό ἐγώ τῆς γνώσης: «...ἀλλά τούτη ἡ γνώση (τόσο τοῦ κόσμου ὅσο καί τοῦ ἑαυτοῦ μου) γεννιέται ψυχολογικά ἀπό μιάν ἀμφιβολία, ὄχι μονάχα γύρω ἀπό τή γνώση γενικά, ἀλλά προπάντων γύρω ἀπό τό εἶναι μου. Εἶμαι ἤ δέν εἶμαι; Σ’ ἕνα τέτοιο ἐρώτημα ἡ συνείδηση ἀποκρίνεται θέτοντας τό ἐγώ τῆς γνώσης• εἶμαι, ἐφ’ ὅσο γνωρίζω κάτι, γιατί γνωρίζοντας κάτι, θά γνωρίσω τόν ἑαυτό μου.
»Τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης εἶναι ἄλλο»14. Καθώς εἴπαμε, ἡ ὕπαρξη δέ χρειάζεται τήν αὐτοσυνείδηση (τῆς γνώσης) ἤ ἄλλες διαβεβαιώσεις, μήτε γνωρίζει ἀμφιβολίες: «Εἶμαι, γιά τοῦτο δέν ἀμφιβάλλω...ἡ ὑποστασή μου καθαυτή ὑπερέχει τήν αὐτοσυνείδηση, ἀλλά δέν εἶναι αὐτή πού μοῦ  χρειάζεται γιά νά πῶ πώς εἶμαι...ἡ ὑπόστασή μου δέ φοβᾶται ἀμφιβολία ἤ ἀφαίρεση...» 14.
Εἴπαμε λίγο πρίν, πώς «ὀφείλουμε νά ξεφύγουμε» ἀπό τό δυισμό τῆς γνώσης, «ἄν θέλουμε ἡ συνείδηση ν’ ἀποκτήσει τήν πραγματικότητα-ὕπαρξη, ἄν θέλουμε ἁπλῶς ὁ ἄνθρωπος κατά τό βίο του νά γυρέψει χωρίς δισταγμούς μοναχά τόν ἑαυτό του» 10. Νά γυρέψει (ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν, Ἡράκλειτος fr. 16) –καί νά βρεῖ- τόν ἑαυτό του (γνῶθι σαυτόν) σημαίνει νά ἀποχτήσει τελικά ὁ ἄνθρωπος τήν «πραγματικότητα-ὕπαρξη, μόνην πραγματικότητα» 9. Καί αὐτή ἡ πραγματικότητα, ἡ μόνη, εἶναι ἡ «ἄλλη κατεύθυνση» πρός τήν ὁποῖα  «στρέφεται» τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης. Στήν «πραγματικότητα-ὕπαρξη» ἤ «ἀλήθεια τοῦ ἐγώ τῆς ὕπαρξης» ὑποκείμενο καί ἀντικείμενο εἶναι τελικά ἕνα, ἔχουν πραγματοποιήσει «ἐκείνην τήν ἑνότητα πού ὅταν τήν ἐπιτύχεις σέ δεσμεύει, καί σ’ ἐμποδίζει νά ἐπιστρέψεις στήν ἀνάλυση, στό χωρισμό, στή διαίρεση ὑποκειμένου καί ἀντικειμένου» 23, καί πρός τήν ἑνότητα αὐτή δυσπιστεῖ ἀκριβῶς «τό ἐγώ πού γνωρίζει» 12. Ἐνῶ ἀντίθετα: «Ἡ ὕπαρξη εἶναι ἡ μόνη ἀπόλυτη ἑνότητα» 31. Σέ διαφορετική γλώσσα –φτάνει νά μήν κακομεταχειριζόμαστε τά σύμβολα- θά μποροῦσαμε νά μιλήσομε παράλληλα γιά τό Δέντρο τῆς Ζωῆς καί τό Δέντρο τῆς Γνώσης.
Ὅταν ἡ συνείδηση ἀποχτήσει τήν πραγματικότητα-ὕπαρξη, τότε ὁ ἄνθρωπος παύει νά εἶναι ἄτομο καί ἀρχίζει νά γίνεται Ἄνθρωπος...καί ὁ χρόνος τοῦ «βίου» του, «τοῦ θνητοῦ ἑαυτοῦ του, τῆς μεταβαλλόμενης φύσης του» («τό ἄτομο βλέπει ἕναν ἀόριστο χρόνο, μιά ἀριθμητική σειρά στιγμῶν πού ἡ τύχη μεταβάλλει κατά βούληση» 15), ἀλλά συνορεύει μέ τήν αἰωνιότητα: «Τά σύνορα τοῦ Ἀνθρώπου εἶναι ἡ αἰωνιότητα» (ibid.)... «...ἡ αἰωνιότητα...δέν εἶναι παρά “ὁ χρόνος τῆς ζωῆς ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι ὁ ἑαυτός μας”» 16.   Στήν κατάσταση αὐτή ζοῦμε τότε τήν «ἀλήθεια τοῦ ἐγώ τῆς ὕπαρξης», ὅπου ἀντικείμενο τοῦ ἐγώ τῆς ὕπαρξης εἶναι ἠ αἰωνιότητα καί ὑποκείμενο τῆς αἰωνιότητας εἶναι  τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης. Τό ἕνα μέσα στό ἄλλο...Τέτοιο παρουσιάζεται τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης σέ ἀντίθεση μέ τό ἐγώ τῆς γνώσης. «Τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης δέ γνωρίζει ἁπλῶς τό ἀπόλυτο ἀντικείμενό του...ἀλλά πράττει κάτι τό ἀσύγκριτα γονιμότερο, ζεῖ τό ἀπόλυτο ἀντικείμενό του, τήν αἰωνιότητα» 16.
Ἀπό τήν κατάσταση αὐτή τῆς «ζωῆς» ( ὄχι τοῦ «βίου»μας) ἔχομε φύγει -καί ἐδῶ πάλι ὁ παραλληλισμός μέ τούς ἀπόβλητους ἀπό τόν Παράδεισο θά μποροῦσε πάλι νά βοηθήσει- ἔχομε φύγει φαινομενικά ἤ ἀπατηλά (αὐτή εἶναι ἡ ἀνυπακοή τῶν πρωτοπλάστων• ἡ ἐλευθερία μας... ἔχομε φύγει φαινομενικά, λέμε, γιατί στήν πραγματικότητα εἴμαστε πάντα ἐκεῖ, ... «δέν μᾶς χωρίζει... τίποτε τό πραγματικό, μήτε μιά ἄλλη αἰώνια ἀλήθεια ἀκατάλυπτη ἀπό τό νοῦ μας, ἀπό τήν ἀνθρώπινη οὐσία μας, μήτε ἕνα αἰώνιο ψέμα...Γιά ὅποιον πιστεύει δέν ὑφίσταται ψέμα, γιατί δέν ὑφίσταται ἄλλος ρυθμός ἀπό τόν ρυθμό τῆς ἀλήθειας. Γιά ὅποιον πιστεύει δέν ὑφίσταται ἄλλη ἀλήθεια ἀπό τή δική του, γιατί δέν ὑπάρχουν δύο ἀλήθειες» (ibid.)....
«Χρειάζεται νά μή μπορεῖ νά χωρέσει ἠ ἀμφιβολία μέσα στήν ζωή σου,» -συνεχίζει παραινετικά ἡ Συμβολή- «γιά νά μήν ἐπεκταθεῖ ἀπό ἐκεῖ στή σκέψη σου, στήν ἀφηρημένη λογική σου, στήν κοσμοθεωρία σου, καί διαστρέψει ἔτσι τούς ἄλλους ἀνθρώπους» (ibid.). Tέτοιος τοῦ παιχνιδιοῦ ὀ νόμος: «Δέ μποροῦμε νά φτάσομε στήν ὕπαρξη παρά διαρκῶς πιστεύοντες, πιστεύοντες χωρίς χάσμα, χωρίς ἀφαίρεση• καί συνεπῶς καί προπάντων χωρίς ἀμφιβολία γιά τήν πίστη μας» 21. Ἀπό τό παραμικρότερο χάσμα μπαίνει μέσα ὀ ἀντίπαλος ἤ τό κενό. Γιά τό λόγο αὐτόν καί γιά νά μή «φοβᾶται ἀμφιβολία ἤ ἀφαίρεση» πρέπει πάντα ἡ ὑπόστασή μας νά εἶναι «πληρωμένη ἀπό προσοχή» 14. «Ἡ ἀμφιβολία θά γεννηθεῖ πάντοτε, θ’ ἀνοίξει δίοδο μέσα στούς συλλογισμούς σου, ἄν δέν προσηλωθεῖς καί σχεδόν ἀκινητήσεις σέ μιά πραγματικότητα πού τό ἐλαχιστό της μόριο φέρνει ὁλάκερη τήν αἰωνιότητα, τή δική σου, ἐκείνη τήν ἀπόλυτη κατάφασή σου πού τίποτε μέσα στό σύμπαν δέν ἀφήνει κενό, δέν ἐγκαταλείπει ἀβέβαιο. Ἄν κάτι ἀπό τό σύμπαν διαφύγει τήν προσοχή σου θά παραμείνει μετέωρο στήν ἀνυπαρξία, καί θά ἔρθει καιρός πού ἡ τέτοια ἀνυπαρξία θά σοῦ ἐπιτεθεῖ, καί ἄν σέ βρεῖ ἀπροετοίμαστο θά σέ καταστρέψει» 17. Ἔχομε μπροστά μας μέ μιά μονοκοντυλιά τό ὁλάκερο τό δράμα τοῦ σύγχρονου κόσμου...
«Ἡ ἀμφιβολία εἶναι τό ἄνθος τῆς τύχης... κι ἔτσι ὅλα μποροῦν νά γίνονται ἀμφίβολα• ἀκόμα καί ἠ γνώση εἶναι μιά ἀμφιβολία πού τήν τέτοια ὑπόστασή της δέ θά συνειδητοποιήσει ποτέ» (ibid.). «Τό μόνο χρέος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά μήν ὑποχωρεῖ ποτέ, διαρκῶς νά στερεώνει τό δεσμό του μέ τήν πραγματικότητα• νά μήν ἀφήνει στήν τύχη τίποτε» 18. Καί ἐδῶ ἀκούγεται πρώτη φορά, ὁ μεγάλος σαρανταρικός λόγος: «ἔξω ἀπό τήν πίστη ὅλα εἶναι τύχη» 17 –πού βρίσκει τό πνευματικό του παραπλήσιο στά ἑλληνικά τοῦ Παύλου ( ἀποκαλύπτοντας ταυτόχρονα καί ὅλο τό βαθύτερο νόημα τοῦ ἐπιστολικοῦ χωρίου): πᾶν δέ ὁ οὐκ ἐκ πίστεως, ἁμαρτία ἐστίν (Πρός Ρωμ. ΙΔ΄, 23).
... «Ἄλλωστε ἡ πορεία πρός τήν ὕπαρξη εἶναι πορεία πρός τήν ἀλήθεια» 20. Ὅμως, γιά νά γυρίσουμε στά λόγια μας, ἡ πορεία αὐτή χρειάζεται τήν πίστη –«οὐσία τῆς πορείας, γόνιμη ὁρατή ροή, ἡ πίστη» (ibid.). Ἡ πίστη «ὑπονοεῖται», δηλαδή (προ- καί ἐν-) ὑπάρχει στήν ἀνθρώπινη κατάσταση δυνητικά καί χρειάζεται νά πραγματοποιηθεῖ ἐνεργητικά. Ἡ πίστη ὀφείλει νά γίνει συνείδηση καί ὕστερα βίωση» (ibid.) ἤ πράξη...ὅποιος τή ζήσει ἤ τήν πραγματοποιήσει τήν πίστη του «ὑπερβαίνει τό ἄτομο» καί ἀδελφώνεται μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, στή γλώσσα τῆς Συμβολῆς: «ὑπάρχει ἄνθρωπος μέ τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν καιρῶν»• « Ἡ πίστη πού στόν ἄνθρωπο, στόν κάθε ἄνθρωπο, ὑπονοεῖται, δέ δεσμεύει τόν ἴδιο [τό ἄτομο], ἀλλά τήν ἀνθρώπινη κατάστασή του• ἄν ὁ ἄνθρωπος δέ νιώσει δικό του τό χρέος τῆς κατάστασής του, τότε χάνει τόν ἴδιο τό λόγο του, χάνεται ὁ ἴδιος, δέν ὑπάρχει• γιατί ἡ πίστη τοῦ κάθε ἀνθρώπου μαρτυρεῖ μιάν ἀνάγκη, πού, ναί μέν πότε ὑπερβαίνει καί πότε δέν ὑπερβαίνει τό ἄτομο..., πάντως προδιαγράφει τόν ἴδιο δρόμο πρός τήν ὕπαρξη ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἐκείνων πού θά τόν ἀκολουθήσουν [τόν δρόμο ἤ τήν ὁδό (tao)] κι ἐκείνων πού θ’ ἀφαιρεθοῦν πίσω ἀπ’ τήν ἀπάτη»19-20. «...ὅπου ὁ ἄνθρωπος παύει τό συλλογισμό του ἐμφιλοχωρεῖ μέσα στό αἴσθημά του μιά ἐμπιστοσύνη τοῦ ἴδιου πρός τό σύμπαν καί πρός τόν ἑαυτό του, ἐμπιστοσύνη πού, εἴτε σιωπηλά, εἴτε συνειδητά, τόν πείθει νά θελήσει τή ζωή σάν ἕνα ἀπόλυτο» 18 ( ἤ «μέγα καλό καί πρῶτο», στή διατύπωση τοῦ Σολωμοῦ). «Ἀλλά στήν ἀθώα ἔμφυτη πίστη πού τήν ἀνθρωπότητα τρέφει, δέν μποροῦμε νά σταματήσουμε• γιατί ἄν κανείς δέν προχωρήσει πέρα μά τοὐναντίο πιστέψει μονάχα στή ζωή, τελικά δέν θά πιστέψει σέ τίποτε» (ibid.).
...Ἔχομε, λοιπόν, δυό λογιῶν πίστη, τή φυσική πίστη πού ἀγκαλιάζει συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα μονάχα τή ζωή, καί τήν πνευματική πίστη (τοῦ ἐγώ τῆς ὕπαρξης) ἤ τήν πίστη-πράξη «πού ἀγκαλιάζει τή δυνατότητα τῆς συνολικῆς πραγματικότητας»18. Δέν ἀγκαλιάζει δηλαδή μοναχά τήν περιορισμένη πραγματικότητα (τοῦ ἐγώ τῆς γνώσης). Καί ἐπεξηγεῖ ὁ Σαραντάρης πώς «...χωρίς τήν πίστη θεωρία καί πράξη ἀφορᾶνε μιά ἴδια πραγματικότητα, τήν ἀφηρημένη πραγματικότητα τῆς γνώσης• τοὐναντίον ἡ πίστη-πράξη γεννάει τή συνολική πραγματικότητα, τήν ὕπαρξη» 20. «Ποιά εἶναι ἡ πράξη τοῦ ἐγώ πού ἀγκαλιάζει τή δυνατότητα τῆς συνολικῆς πραγματικότητας; [...] Τούτην τήν πράξη ὀνομάζω πίστη»18-19... «Ἡ πίστη», λοιπόν, «μονάχα σάν πράξη ἀνταποκρίνεται στόν ὅλον ἄνθρωπο» 18, μοναχά σάν πίστη-πράξη τόν πηγαίνει «ἀπό τό εἶναι στήν ὕπαρξη» 21, καί τέλος: «Ἡ πίστη ὀδηγεῖ ἄμεσα στήν πραγματικότητα» 22. (Τό ἄμεσα λέγεται ἀδῶ μέ τρόπο ἀπόλυτο, ζωντανά, σέ ἀντίθεση μέ κάθε μεσολάβηση ἤ ἀφαίρεση, μέ τή σημασία πού ὁ W. B. Yeats ἀρματώνει τήν ἀκόλουθη φράση του: «Neither Christ nor Buddha nor Socrates wrote a book, for to do that is to exchange life for a logical process» -Autobiographies, «Estrangement», London 1955)... Ἡ πίστη χρειάζεται νά εἶναι «ἰσάξια τῆς συνολικῆς πραγματικότητας...ἰσάξια δηλαδή ἑνός συνολικοῦ ἀνθρώπου, ἑνός ἀνθρώπου μέ αὐτάρκεια» 21, ...  «Ἕνας συνολικός ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού δέ φοβᾶται τήν ἐμβρίθεια τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου πρῶτα καί ὕστερα ἀπ’ αὐτόν• γνωρίζει τό χῶρο καί τό χρόνο, ἀλλά ἀγαπάει καί πιστεύει μονάχα σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, πού σημαίνει τό ἴδιο σά νά ἀγαπάει καί νά πιστεύει μονάχα στόν ἑαυτό του» (ibid.). Ἀπό ἐδῶ μποροῦμε νά καταλάβομε, γιά τήν πνευματική παράδοσή μας, πώς τό τυπικά διμέτωπο ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν κρύβει οὐσιαστικά μιά ταυτότητα, καί πώς ἀκόμα καί τό ἀντιφατικό ἤ ἀκατανόητο (γιά τό ἄτομο) ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν χαράζει ἕνα ὅριο ἀπό τό ὁποῖο δέν μποροῦμε στήν πραγματικότητα νά ξεφύγουμε... «Ἡ ἀγάπη πρός τό διπλανό, πού μᾶς ἔμαθε ὁ Χριστός, βρίσκεται κιόλας πιό σιμά στήν ἀλήθεια ἀπ’ ὅποια δυνατή γνώση, γιατί σπάει τά δεσμά τοῦ ἀνθρώπου -ἀτόμου, φανερώνει μιά βίωση πού δέν εἶναι πιά ἐκείνη τοῦ ἀτόμου, πού μονάχα συγκεχυμένα ἐρωτεύεται καί συγκεχυμένα πεθαίνει. Ἅλλο ζήτημα τώρα ἄν ἡ ἀγάπη πρός τό διπλανό μας, ὄταν τή σχετίσουμε, τή συγκρίνουμε μέ τή γνώση, εἶναι κιόλας πίστη (ἔστω μή ἀκέραια) στόν ἄνθρωπο».

Θά μποροῦσε νά κλείσει ἐδῶ ἠ συγκεκριμένη παρουσίαση τῆς Συμβολῆς διότι μᾶς ἔχει ἤδη θέσει ἐνώπιον τοῦ σημαντικότερου προβλήματος τῆς ἐποχῆς μας: τόν ἐκτωπισμό τῆς συνολικῆς πραγματικότητας ἀπό τήν περιορισμένη πραγματικότητα τῆς γνώσης καί πιό συγκεκριμένα τήν ἀφαίρεση τοῦ ἐγώ ἀπό τό ὀντολογικό πεδίο τῆς ὕπαρξης. Πρόκειται γιά μιά βάρβαρη ἐκγύμνωση ἀπό τήν ἐσωτερική μας οὐσία πού ὁδηγεῖ σέ «χυδαῖο θάνατο» ἄνθρωπο καί κτίση. ‘Υπενθυμίζω τήν προτροπή τοῦ Σαραντάρη: «Ἔργο τῆς γενεᾶς μας εἶναι νά ἐξηγήσει ποιός εἶναι αὐτός ὀ θάνατος». Καί στό σημεῖο αὐτό ὀφείλω νά ἀναφέρω τά σχετικά πονήματα τοῦ Φίλιππου Σέρραρντ «Ὁ βιασμός τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κτίσεως / Διερεύνηση τῶν ἀρχῶν καί τῶν συνεπειῶν τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης» καί «Θάνατος καί Ἀνάσταση τῆς ἱερῆς κοσμολογίας», πού ἀναφέρονται στήν ἀποιεροποίηση καί χρησιμοθηρική ἐκμετάλευση τῆς φύσης καί στήν ἀπανθρωποποίηση τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κοινωνίας του, ἐξαιτίας τοῦ ἐπιστημονικοῦ κοσμοειδώλου πού ἐκτώπισε τίς βιωματικές ἀρχές τῆς ἱερῆς ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας, ἤ πιό ποιητικά δοσμένο: τόν ἀνοιχτό τρόπο σεβασμοῦ πρός τό μυστήριο.

Ὡστόσο παρά τήν κρισιμότητα τοῦ θέματος καί τήν ἀνάγκη νά σταθοῦμε σέ αὐτό μέχρι νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἀπάτη καί τήν καθημερινή  ἀποσύνθεση τῆς ὕπαρξης πού ἀπώλεσε τήν ἀλήθεια της διά τῆς γνώσεως, πρέπει νά προχωρήσω στό τρίτο καί τελευταῖο μέρος τῆς Συμβολῆς τό ὁποῖο ἀπότελεῖ τό πρακτικό καί ἐμπειρικό μέρος τῆς μελέτης του Σαραντάρη.
Ἐδῶ, λοιπόν , «θά βροῦμε τήν «ἡδονή», ὄχι ὄμως ἐκείνη τήν ἡδονή πού συνήθως «εἶναι πάντοτε ἀνάμεικτη  μέ ἄλλα στοιχεῖα, μέ ἀδυναμίες τοῦ ἀτόμου πού ἀφοροῦν μιάν ἀνυπαρξία ἄσχετη ὁλότελα πρός τήν ὕπαρξη» 29... «Ὅμως ὀφείλει ὁ φιλόσοφος νά διαβάσει τήν πηγαία ἡδονή στήν ὅποια ἀνθρώπινη ἐκδήλωση βρίσκεται κρυμμένη. Ὅ,τι δέν ἔγινε ὕπαρξη κι ὅμως εἶναι πραγματικότητα, καί προφτάνει ἀκόμα νά μετουσιωθεῖ σέ ὕπαρξη ἄν ἕνα ἐγώ τό θελήσει ἀπό τήν ἀρχή ἴσαμε τό τέλος μιᾶς προσπάθειας δημιουργίας, ἐκεῖνο εἶναι ἡδονή•...» 29 ...Ἡ ζωή τοῦ  συνολικοῦ ἀνθρώπου εἶναι «εἴτε ἡδονή , εἴτε θυσία τῆς ἡδονῆς» 30. Τί ἐννοοῦμε; Ἐννοοῦμε πώς ἡ «ἀληθινή ἡδονή»...πρέπει νά ξεπεραστεῖ, πρέπει ἀπό πραγματικότητα (πού τώρα εἶναι) νά γίνει πραγματικότητα-ὕπαρξη (πού ἀκόμα δέν εἶναι), μέ ἄλλα λόγια, εἶναι «χρέος νά γίνει θυσία τέτοιας γεμάτης ἡδονῆς, γιά νά ὑπάρξει ὁ συνολικός ἄνθρωπος, καί νά ὑπάρξει ἡ συνολική πραγματικότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων» 30. Ἡ τέτοια γεμάτη ἤ ἀληθινή ἡδονή ἔχει προορισμό νά ὁδηγήσει-μέ τή θυσία της- στή συνολική ἀλήθεια ἀπό μόνη  «τήν μερική ἔστω ἀλήθεια τῆς ἡδονῆς» 29.
... ἡ ἡδονή ,λοιπόν, εἴδαμε πώς ἀποτελεῖ «ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς ὕπαρξης». Ναί. Ἀλλά γιά νά προχωρήσομε στήν ὕπαρξη (ἀπό τό εἶναι).
 ... «Ἡ θυσία τοῦ ἀνθρώπου θα κατευθύνεται λοιπόν πρός μιά τέτοια ἡδονή...γιά νά ἔχει ἀκριβῶς τή δύναμη νά τήν ἀπαρνηθεῖ ὅταν θά μποροῦσε ἀκόμα νά ἐξακολουθήσει τή νωθρή ἐπανάληψη τῆς ἐμπειρίας του•...» 30. Ἄν ἐπιμείνουμε «ἴσαμε τό τέλος στήν ἡδονή» τότε «ἡ ἡδονή, ἡ ἁγνή ἡδονή ἀποκαλύπτεται μέθη τοῦ πεπερασμένου» καί ὁ ἄνθρωπος «γιά νά μήν ἐξοικειωθεῖ ἀπόλυτα μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, προτιμάει τήν πιό τρελή διέξοδο, τό θάνατο» 30. Αὐτό κάνουν μέ τή συνειδητή ἐγκατάλειψή τους στή «νωθρή ἐπανάληψη τῆς ἐμπειρίας» τους οἱ αὐτοαποκαλούμενοι εὐφημιστικά –γιά τό Σαραντάρη- «ἀνδρεῖοι τῆς ἡδονῆς» (Καβάφης). «Ὁ συνολικός ἄνθρωπος πού ἐπιμένει ἴσαμε τό τέλος στήν ἡδονή, ἀντιφάσκει ἀναγκαῖα μέ τόν ἑαυτό του, μέ τή δική του αὐτάρκεια» 30... «...ἡ πράξη ἀντίθετη τῆς ἡδονῆς, εἶναι ἐκεῖνο πού οἱ περισσότεροι ὀνομάζουνε ‘‘πνευματική ζωή’’• εἶναι ἡ πορεία πρός τήν ὕπαρξη» 30. Κακῶς, λοιπόν, ἐμεῖς σήμερα ὀνομάζουμε πνεῦμα τή διανόηση ἤ τά γράμματα (lettres). Ὅλες οἱ πρόσφατες θεωρίες μᾶς καλοναρχᾶν πώς ἀπό τήν ἡδονή καί τό θάνατο δέν ὑπάρχει διέξοδο καί πώς ὁ ἄνθρωπος ἀπαράβατα ἕνα μονάχα μπορεῖ νά κάνει: «νά ἐξακολουθήσει τή νωθρή ἐπανάληψη τῆς ἐμπειρίας του». Ἡ ζωή τοῦ πνεύματος δέ βρίσκεται στή «σκέψη» (φιλοσοφία) καί στή «φαντασία» (τέχνη) τῆς ἐποχῆς πού, ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, μποροῦν νά χαραχτηριστοῦν πέρα γιά πέρα ἀντιπνευματικές, ἤγουν ἡδονιστικές καί πεισιθάνατες. Καί τό πνεῦμα καθώς ξέρομε, δέν εἶναι μήτε ἡδονή, μήτε θάνατος. Ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος.
...Ἀγνοώντας, ὄμως, «τί λέγεται ἀθανασία, αἰωνιότητα» ὁ ἔρωτας «εἶναι ἡ ὕψιστη αὐταπάτη• ἡ ἀπόλυτη ἀφοσίωση πρός τή θνητή μας ὀντότητα...» 25 ... «Ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ θνητός ἐαυτός μας, ὄλος ὁ θνητός ἑαυτός μας, ἀλλά σά θέση» 27• ὄχι σάν ἄρνηση νά ὑπάρξομε...Θέση εἶναι ὀ θνητός ἑαυτός μας, ὄταν ἀρνούμενος τήν αἰωνιότητα ἀρνεῖται, κατά μείζονα λόγο τό θάνατο. Ἀπό τή σκοπιά τῆς ὕπαρξης τό νά μήν πιστεύει στήν αἰωνιότητα, εἶναι τό σφάλμα τοῦ ἐρωτευμένου• τό νά μήν πιστεύει ὀ ἐρωτευμένος στό θάνατο, τοῦτο δέν ἀποτελεῖ σφάλμα. Γιατί ὁ θάνατος εἶναι πραγματικότητα τοῦ εἶναι, ὄχι τῆς ὕπαρξης» (ibid.).
... «Ἀλλά ὀφείλουμε νά μιλήσουμε γιά τό θάνατο ἀπό τή σκοπιά τῆς ὕπαρξης» 28. Ἔχομε θανάτους δύο εἰδῶν: τό «χυδαῖο» καί τό  «συνολικό» θάνατο. «Ὁ συνολικός θάνατος (πού συμπίπτει μέ τό φυσιολογικό) εἶναι ἐκείνη ἡ ἀφαίρεση ἀπ’ ὅπου δέ μποροῦμε νά ἐπιστρέψουμε στόν ἑαυτό μας» (ibid.). Μπροστά σέ μιά τέτοια πιθανότητα δέν μποροῦμε νά ἀδιαφορήσουμε: «Τό ἐγώ δέν μπορεῖ νά ἀδιαφορήσει μπροστά στό συνολικό θάνατο» (ibid.)• καί γιά τοῦτο χρειάζεται νά ἔχομε προηγουμένως ἀδιάκοπη ἄσκηση καί ἐξάσκηση, αὐτό πού στά ἀρχαῖα ἑλληνικά λεγόταν μελέτη, καί στόν Πλάτωνα μελέτη θανάτου, ...( Φαίδων 81). «Ἄλλωστε ὁ συνολικός θάνατος ὁδηγεῖ τό ἐγώ στή φωτισμένη κατάσταση τοῦ ἄλλου θανάτου πού άναφέραμε, τοῦ χυδαίου θανάτου, ἐκείνου πού σκοτώνει τίς δυνατότητές μας, ὄταν αὐτές διψᾶνε ζωή καί δικαιοῦνται ζωή, ἀγνάντια σ’ ἔναν ἑαυτό μας πού ροπή του ἔχει τό πλήρωμα τῆς ὕπαρξης» (ibid.). Γιά τό λόγο αὐτό, πάλι στόν Πλάτωνα –πού δέν ἔκανε φιλοσοφία ἤ δέ φιλοσοφοῦσε μέ τή σημερινή ἔννοια, ἀλλά ἀναζητοῦσε καί ἐκεῖνος ἕνα τρόπο ζωῆς (πνευματικῆς), ὅπως ὁ Σαραντάρης- μαθαίνομε πώς οἱ ὀρθῶς φιλοσοφοῦντες (καί ὄχι οἱ ὑπόλοιποι) ἀποθνήσκειν μελετῶσι (Φαίδων 67e). Σκόπιμο μοιάζει νά ἀναφέρομε σχετικά τή χριστιανική μνήμη θανάτου καί τό πνευματικό πρότυπο τοῦ Χριστιανοῦ ἀσκητῆ πού ἐτεθνήκει τῷ κόσμῳ.

Ἀλλά τό πράγμα δέν τελειώνει ἐδῶ. Στήν ἐποχή μας διάφορες «θεωρίες», πού τίς χαρακτηρίσαμε ἀντιπνευματικές καί πέρα γιά πέρα ἡδονιστικές καί πεισιθάνατες, πᾶν νά ἀντικαταστήσουν τίς παραδόσεις ἐκεῖνες πού καλύπτουν, μέ τό πνευματικό περιεχόμενό τους, ὄχι μονάχα τό μυαλό ἤ τίς αἰσθήσεις μας, τή «fisica», ἀλλά καί τό πνεῦμα ἤ τή  «metafisica» τοῦ Σολωμοῦ («Στοχασμοί τοῦ ποιητή»), δηλαδή ὁλόκληρο τό πεδίο ἤ «τή συνολική πραγματικότητα ἑνός ἀνθρώπου»•...Καί, χωρίς νά ὑπερβάλλομε, μποροῦμε νά παρατηρήσομε σήμερα πώς οἱ «θεωρίες» αὐτές, ἄν ὄχι τίποτα ἄλλο, ἔχουν γιά τόν περισσότερο κόσμο γράψει μιά προσημείωση, νά τό ποῦμε ἔτσι, ἀπάνω στήν πνευματική κληρονομιά τῶν πατέρων μας. «Ὑφίσταται ἕνας θάνατος» -λέει ὁ Σαραντάρης- «πού εἰσέρχεται στή θεωρία μας τοῦ κόσμου, καί μέ τήν παρουσία του μπορεῖ νά γεμίσει τή συνολική πραγματικότητα ἑνός ἀνθρώπου• αὐτός ὁ θάνατος διευθύνει στό θάνατο ὄχι ἕναν μόνον ἄνθρωπο, ἀλλά μιά κοινότητα ἀνθρώπων• καί γιά τοῦτο εἶναι ὁ πιό ἐπικίνδυνος» 29. Δίχως νά τό καταλαβαίνουν, ἀπό τή φύση τους ἤ ἀπό τήν ἐφήμερη καταβολή τους, οἱ «θεωρίες» αὐτές «εἶναι θεωρίες πού θυσιάζουν τόν ἄνθρωπο στό θάνατο, καί δέν τό γνωρίζουν• εἶναι διαστροφές πού γεννήθηκαν άπό ἕναν ἀχαλίνωτο ἡδονισμό•...ἡ ἡδονή τοῦ θανάτου, τοῦ θανάτου ὅλου τοῦ κόσμου τίς διατρέχει. Γι’ αὐτό ἡ πίστη μας στήν ὕπαρξη ὀφείλει νά γίνει κοσμοθεωρία -κοσμοθεωρία ἐδῶ ὄχι μέ τή δυτική σημασία τοῦ Weltanschauung, ἀλλά μέ τήν εὐαγγελική τοῦ πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη (Κατά Ματθ.ΚΗ΄,19)-• γιατί δέν ἀρκεῖ ν’ ἀναγκάσεις τούς ἀνθρώπους προορισμένους στό θάνατο, ἀλλά καί τίς θεωρίες τους, τίς τόσο φλύαρες, πρέπει νά ἐξουδετερώσεις καί ὕστερα ν’ ἀντικαταστήσεις» (ibid.).».

Κλείνοντας τήν παρουσίαση τῆς Συμβολῆς τοῦ Σαραντάρη ἀπό τόν Ζήσιμο Λορεντζάτο ὁ ὁποῖος στό «Χαμένο κέντρο» ὑπογραμμίζει τήν τραγική ἀποκοπή ἀπό τήν οὐράνια ρίζα μας, καί προσπαθεῖ νά μᾶς παρακινήσει νά ἀφουγκραστοῦμε τήν ἱερή παράδοσή μας ὥστε «νά βροῦμε πρῶτα τρόπους ζωῆς καί ὕστερα τρόπους τέχνης», βρίσκουμε τώρα στήν πλώρη μας (στόν ἐν τῇ καρδίᾳ νοῦ) τό εἶναι μιᾶς πυξίδας (συμβολῆς) πού σταθερά δείχνει ὕπαρξη, καί αὐτή ἡ πυξίδα δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν πνοή τοῦ Θεοῦ πού φωτίζει καί κεχαριτωμένα καλεῖ τό κατ’εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση ἀποστέλνοντας «ἐκείνους πού μαθαίνουν τά νιάτα τοῦ οὐρανοῦ» κοντά μας.

ΥΓ. Οἱ ἀριθμοί, πού παραθέτει ὁ Λορεντζάτος, δείχνουν τόν ἀριθμό τῆς σελίδας ἀπ’ ὅπου προέρχονται οἱ λόγοι στό δοκίμιο τοῦ Σαραντάρη: Συμβολή σέ μιά φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης.

Τό κείμενο, ὡς ἄκρως διαφωτιστικό, ἔχει προστεθεῖ στήν ἑνότητα: Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΩΣ ΟΔΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΓΝΩΣΗ


 ΒΟΗΘΗΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη Κατερίνα
Μονοκαρυά Δεκαπενταύγουστο 2019


Πέμπτη 23 Μαΐου 2019

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ  Η ΠΟΙΗΣΗ ΩΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


ΑΘΗΝΙΩΤΗ-ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Δέν εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς ποίησης, οὔτε ἡ ἀναζήτηση τῆς τέχνης πού σέ σπρώχνουν νά προσεγγίσεις τόν ποιητή ἤ τήν ποίηση. Εἶναι ἡ φλογερή ζέση τῆς ὕπαρξης, ἡ ἀναζήτηση τῆς ταυτότητάς σου ὡς ἀνθρώπινο ὄν μέσα στό κοσμικό καί μυστηριακό γίγνεσθαι τοῦ σύμπαντος. Εἶναι τό μυστήριο τοῦ λόγου πού ὅταν ἀληθεύει ἀποδίδει «τό τιμιότατον» -κατά τόν Κόντογλου-, δηλαδή τό βαθύτερο ἦθος τῆς πορείας ἑνός ὁλόκληρου λαοῦ καί τό βαθύτερο φῶς τῆς ὑπαρξιακῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ὑπερρεαλισμός στόν Ὁδυσέα Ἐλύτη ἦταν τό ἐργαλεῑο πού πυροδοτημένο ἀπό τή δυναμική τῆς ποιητικῆς του ἐνόρασης, θέλησε νά μᾶς περάσει ἀπό τόν Ἅδη μιᾶς ἀρτηριοσκληρωτικῆς ἐγκεφαλικῆς λογικότητας στήν παραδείσια καλοσύνη  μιᾶς ἀγγελικῆς ἀντίληψης καί ἐγρήγορσης, ἤ ὅπως τό ἐκφράζει ὁ Διονύσιος Σολωμός «στήν θύρα τήν ὁλόχρυση τῆς παντοδυναμίας», στόν χῶρο δηλαδή ὅπου τό θαῦμα καί τό αἴσθημα ἐξαγιασμένα συμβασιλεύουν, συλειτουργοῦν καί μετουσιώνουν τόν «κόσμο τόν μικρό καί μέγα» στό «ἄξιον ἐστί» τῆς μεγαλοσύνης του. 
Τό Αἰγαῖο εἶναι τό σκηνικό ὅπου τό ἀχώρητο φῶς παίρνει σῶμα καί λειτουργία διττή. Εἶναι ταυτόχρονα ὅραση καί ἐνόραση, ὕλη καί πνεῦμα ἤ ὅπως τό θέλει ὁ ποιητής «ἡ Ἑλλάδα πού μέ σιγουριά πατάει στή θάλασσα». Ὅ,τι πλαισιώνει τό Αἶγαῖο καί ὅ,τι πλαισιώνεται ἀπό τό φῶς του ἀποκτᾶ ἀναστάσιμο σῶμα ποίησης, προκειμένου νά λυθεῖ ὁ γόρδιος δεσμός τοῦ ὁρατοῦ, ἡ «συλλαβική γραφή τῶν κυμάτων» πού δέν ἀποκωδικοποιήθηκε  ἀπό τόν ὀρθολογισμό διότι δέν διέθετε μετάνοια για  «ν’ ἀναγνώσει  Παράδεισο», μά οὔτε ἀνοιχτοσύνη καρδιᾶς γιά νά ἐνσκύψει θεραπευτικά  στήν   πολύπαθη «μοίρα τῶν ἀθώων». 
Ἡ μεγάλη στιγμή στήν ποίηση τοῦ Ἐλύτη, δηλαδή ἡ μετάβαση ἀπό τό «ἐγώ στό ἐμεῖς» (Μακρυγιάννης) βγαίνει μέσα ἀπό τή φωτιά τοῦ πολέμου, τότε που σηκώνει στούς ὤμους του ὡς «ἄκαυτη βάτο» τή μνήμη τῆς πορείας ἑνός λαοῦ πού «πάντα πάντα περνᾶ τή φωτιά γιά νά φτάσει τή λάμψη». Ἡ Ἑλλάδα δέν εἶναι ἡ «κατεψυγμένη ἀλήθεια τῆς Δύσης» ἀλλά ὁ χῶρος πού τό «δράμα τοῦ φωτός» ἐξελίσσεται. Ἠ γλώσσα του πηγάζει ἀπό «τῶν Ἑλλήνων τά ἱερά» (Σολωμός) καί ὄχι ἀπό «τά ἑλληνικά τῆς πίκρας» μιᾶς τεχνοκρατικά εὐνουχισμένης ἀντίληψης καί παιδείας. Ἡ γλώσσα του δηλώνει, ἀποκαλύπτει, ἐξακοντίζει μέ τρόπο λιτό, ἀκριβή καί εὔστοχο τόν φωτοτροπισμό τῆς ἱστορίας ἤ τήν ἱστορία τοῦ φωτοτροπισμοῦ.
 Τό ὁρατό φάσμα γίνεται τό μυσταγωγικό του ἀλφάβητο. Τό αἷμα τῆς ποίησης ἀναζωογονεῖται μέ κάτι πολύ δυνατό πού εἶναι ὁ συγκερασμός τῆς εὐτυχίας τοῦ φωτός μέ τό δράμα τοῦ βίου πού ἐξωθεῖ τόν ἄνθρωπο ὡς τά ἔσχατα ὅρια , ἐκεῖ πού «τήν τελευταῖα λέξη δέν τήν ἔχει ὁ θάνατος ἀλλά ἡ ποίηση». Ἡ ποίηση ὡς ἀέρας δυνατός, ὡς «ἡ ἀθανασία πού ὡς φαίνεται  ἦρθε». Κάθε μεταφορά ἀποτελεῖ κυριολεξία ζωῆς, δηλαδή οὐσία λειτουργική καί ἀέναα δοκιμαζόμενη καί ἀνοιγώμενη  «στά μέτρα τῆς καρδιᾶς» που διαστέλλεται γιά νά χωρέσει τήν εὐλογοφάνεια τοῦ θαύματος. Κάθε φορά  πού ὁ ποιητής «ἀπελπίζει τό θάνατο», κάθε φορά πού τολμᾶ «ἄλμα πιό γρήγορο ἀπό τή φθορά», πού μέ «εὐπιστία μπαίνει στά μέλλοντα», κάθε πού «ζώντας ἀφαιρεῖ τοῦ θανάτου», δίνει μαρτυρία γιά τήν ἀθάνατη φύση μας καί δοξολογικά μᾶς περνᾶ ἐκεῖ ὅπου «κράτος καί ἐξουσία ἔχει ἡ Ἄνοιξη».
Τό πέρασμα τοῦ ποιητή μᾶς μετουσιώνει, δέν μποροῦμε ποτέ πιά νά εἴμαστε οἱ ἴδιοι. Μᾶς κόβεται ἡ ἀνάσα καθώς χρεωνόμαστε τήν ἀναπαρθένευση τῶν πραγμάτων. Ἀλλά δέν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος. Μιά ἰσχυρή πρόκληση-πρόσκληση ὑπομνηματίζει τό εἶναι μας. «Ὅλα μένουν. Ἐγώ φεύγω. Ἐσεῖς νά δοῦμε τώρα», λέγει κρούοντας ἐνηλικίωση συνείδησης πού ἐπιθυμεῖ νά ξεπερνᾶ τή δική του...

                                      ------------------------------------------------------------

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΣΕΡΡΑΡΝΤ


Ἡ ἀναζήτηση τῆς ταυτότητας μας, ἡ ἔρευνα νά ἀνακαλύψουμε ποιοί εἴμαστε, βρίσκεται στό κέντρο τῆς δραστηριότητας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἐποχή, θά λέγαμε, τῆς ἔκπτωσης του ἀπό τόν παράδεισο.
Ἐκεῖ πού τό κυρίαρχο πρότυπο τῆς ἀνθρώπινης καί κοινωνικῆς ζωῆς τό προσδιορίζει ἡ ὑποταγή σέ μιά ὁρισμένη θρησκευτική παράδοση...ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα «ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος» δίνεται ἀπό τή διδασκαλία αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς παράδοσης. Ἀποταμιεύεται στά ἱερά της βιβλία. Στά τελετουργικά καί τίς τελετές της, στίς νουθεσίες καί τό παράδειγμα τῶν εὐσεβῶν καί τῶν ἁγίων της, στούς σοφούς καί τούς προφῆτες της, στά ἔργα τῶν ποιητῶν καί τῶν ζωγράφων της...Καί τό πρόβλημα γιά τόν ἄνθρωπο σέ κοινωνίες ὅπου μιά τέτοια διδασκαλία ἀποτελεῖ, κατά κάποιον τρόπο, τή ζωντανή πνευματική φλέβα τους, δέν εἶναι τόσο νά ἀνακαλύψει ποιός ἤ τί εἶναι, ὅσο νά πραγματώσει μέσα του αὐτό πού ὄντως εἶναι.
... «Ἐγώ καί ἡ γενιά μου», γράφει ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, ἐπιχειρήσαμε νά ἀνακαλύψουμε τό ἀληθινό πρόσωπο τῆς Ἑλλάδος. Αὐτό ἦταν ἀναγκαῖο γιατί μέχρι τότε τό ἀληθινό πρόσωπο τῆς Ἑλλάδος παρουσιαζόνταν ὅπως τό εἶχαν δεῖ οἱ  Εὐρωπαῖοι. Γιά νά πραγματώσουμε αὐτό  τό καθῆκον ἔπρεπε νά καταστρέψουμε τήν παράδοση τοῦ ὀρθολογισμοῦ πού ἀπλώνεται βαρειά πάνω στό δυτικό κόσμο...
Ὁ ὑπερρεαλισμός, ὅπως τόν εἶδε ὁ Ἐλύτης, ἦταν μιά προσπάθεια νά ἀνατρέψει τήν τυραννία τῆς κοσμοθεωρίας πού εἶχε παραγάγει αὐτό τόν κόσμο, μιᾶς κοσμοθεωρίας πού σταδιακά εἶχε ἐγκλωβιστεῖ σέ μιά καθαρά ὑλιστική καί πραγματιστική προσέγγιση τῶν πραγμάτων καί ἡ ὁποία θεωροῦσε  ὡς πραγματικό μόνο ὅ,τι  μποροῦν νά παρατηρήσουν καί νά συλλάβουν οἱ αἰσθήσεις• πού θεωροῦσε πώς ἡ ἀλήθεια γιά τά πράγματα μπορεῖ νά ἀνακαλυφθεῖ μέσα ἀπό μιά διεργασία ὀρθολογιστικῆς καί λογικῆς  ἀνάλυσης. Τά ἴδια πράγματα, τά φυσικά πράγματα, δένδρα, λουλούδια, πουλιά, βράχια, ζῶα, ἀστέρια, ἀντιμετωπίζονταν ἁπλῶς ὡς ἀντικείμενα πού ὑπόκεινται σέ ὁρισμένους μηχανιστικούς νόμους, τούς ὁποίους οἱ ἐπιστήμονες πάσχιζαν νά διατυπώσουν. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή δέν ὑπῆρχε καμμιά θέση γιά τέτοιες ἀπαρχαιωμένες ἰδέες ὅπως ψυχή καί εἰκονοπλαστική δύναμη τῆς ψυχῆς.
...Ἀντίθετα, ὁ ὑπερρεαλισμός ἐπαναβεβαίωσε τήν πίστη, μιά ὁλοκληρωτική πίστη στίς πνευματικές δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου. Δήλωσε πώς τά πράγματα πού βλέπουμε γύρω μας ἤ βιώνουμε μέσῳ τῶν αἰσθήσεών μας οὐσιαστικά περιέχουν πολύ λίγη πραγματικότητα, καί τά πράγματα πού ἀντιλαμβανόμαστε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς εἶναι ὅσο πραγματικά ἤ ἀκόμη καί πιό πραγματικά ἀπό ἐκεῖνα πού βλέπουμε μέ τά σαρκικά μας μάτια. Καί ἰσχυρίστηκε πώς τά φαινόμενα τῆς φύσης εἶναι ὄντως φαινόμενα τοῦ πνεύματος. Καί πώς δουλειά τῆς τέχνης δέν εἶναι νά ἐπαναλαμβάνει τά γεγονότα καί τίς ἐμπειρίες τῆς καθημερινῆς ζωῆς μέ μιά «ποιητική» γλώσσα, ἀλλά νά παρουσιάζει τά πράγματα ὅπως εἶναι ὅταν θεωροῦνται ὑπό τό φῶς τοῦ πνεύματος. Δηλαδή, ὁ ἀληθινός τεχνίτης δέν διεισδύει στά πράγματα τόσο μέ τίς αἰσθήσεις, ὅσο τά συλλαμβάνει βάση εἰκόνων πού εἶναι ἔμφυτες στήν ψυχή. Γιά αὐτό ὀ κόσμος δέν πρέπει νά θεωρεῖται ἁπλῶς ὡς ἐξωτερικό ἀντικείμενο ἤ ἐξωτερικό πρότυπο γιά λίγο-πολύ ἀκριβολογικούς ὁρισμούς, ταξινομήσεις καί ἑρμηνεῖες ἐπιστημονικοῦ χαρακτήρα. Βιώνεται καί ἀποκαλύπτεται ὡς μιά διαδοχή ἐσωτερικῶν σχέσεων...
«Ὁ ἀληθινός ποιητής», γράφει ὁ Ἐλύτης, «δέν καταδέχεται νά περισσολογεῖ, νά ζωγραφίζει, νά ξαναθυμίζει. Κάνει ὁρατό τό ἀόρατο, αἰσθητό τό νοούμενο, πραγματικό τό μή πραγματικό. Στή θέση μιᾶς φτωχῆς σειρᾶς ἀπό λέξεις βάζει μιάν ἄλλη, κατάλληλη ὄχι πιά νά θυμίσει γνωστά, μά νά ἐμππνεύσει ἄγνωστα ὁράματα».
Μίλησα γιά τήν ἀποσύνθεση ἐνός πνευματικοῦ κόσμου στή Δύση πού ἔχει ἐκθέσει τήν ἀνθρώπινη ψυχή σέ μιά ἀντίστοιχη ἀποσύνθεση. Ἡ ψυχή μή μπορώντας πλέον νά ζήσει σέ μιά ἐσωτερική πνευματική διάσταση πού ἀντανακλᾶται καί στό περιβάλλον πού δημιουργεῖ γύρω της, ἀναπόφευκτα προβάλλεται πρός τά ἔξω, παραδίνεται ἀνυπεράσπιστη καί δίχως ἐπίγνωση στόν κόσμο τῶν πραγμάτων, στόν κόσμο τῶν ἐντυπώσεων καί τῶν ἀντανακλαστικῶν ἀντιδράσεων. Καί σάν ὐποκατάστατο τῆς ζωῆς πού ἔχασε, ρίχνεται μέσα σέ αὐτόν τόν κόσμο καί ἔτσι ἀποξενώνεται μέσα σ’ αὐτόν. Ὁ μόνος πραγματικός δρόμος γιά νά βγεῖ ἡ ψυχή ἀπ’ αὐτή τήν κατάσταση εἶναι νά πάρει τήν ἀντίθετη κατεύθυνση, νά στραφεῖ στόν ἑαυτό της καί νά προσπαθήσει νά ξανακατακτήσει ἀπό τά μέσα τόν χαμένο πνευματικό κόσμο. 
Αὐτή θά πρέπει νά εἶναι, πάνω ἀπ’ὅλα, ἡ δουλειά τῶν ποιητῶν. «...Μιά ὁλόκληρη φιλολογία ἔκανε τό λάθος στά χρόνια μας νά παραβγεῖ μέ τά γεγονότα καί νά πλειοδοτήσει στή φρίκη ἐκεῖ πού θά ᾽πρεπε νά τήν ἀντισταθμίσει». Γι’ αὐτόν, τό λειτούργημα τῆς ποίησης ἔχει σκοπό νά μᾶς ἀποσπᾶ ἀπό τόν κόσμο ὅπως τόν ἔχουμε βρεῖ, τόν κόσμο τῆς φθορᾶς• ἐπειδή ἡ ποίηση «εἶναι ἠ μόνη ὀδός γιά νά ὑπερβοῦμε τή φθορά, μέ τήν ἔννοια πού ὁ θάνατος εἶναι ἡ μόνη ὁδός γιά τήν Ἀνάσταση».
«Νά γιατί γράφω», ἐξηγεῖ. «Γιατί ἡ Ποίηση ἀρχίζει ἀπό κεῖ πού τήν τελευταῖα λέξη δέν τήν ἔχει ὁ θάνατος. Εἶναι ἡ λήξη μιᾶς ζωῆς καί ἡ ἔναρξη μιᾶς ἄλλης, πού εἶναι ἴδια μέ τήν πρώτη ἀλλά πού πάει πολύ βαθιά, ὡς τό ἀκρότατο σημεῖο πού μπόρεσε ν’ ἀνιχνεύσει ἡ ψυχή, στά σύνορα τῶν ἀντιθέτων, ἐκεῖ πού ὁ Ἥλιος καί ὁ Ἅδης ἀγγίζονται. Ἡ ἀτελεύτητη φορά πρός τό φῶς τό φυσικό πού εἶναι ὁ Λόγος, καί τό φῶς τό Ἄκτιστον πού εἶναι ὁ Θεός». Καί προσθέτει: «Θέλουμε δέ θέλουμε, εἴμαστε ὅλοι δέσμιοι μιᾶς εὐτυχίας πού ἀπό δικό μας λάθος ἀποστερούμαστε».
...ὁ κόσμος ἀποκαλύπτει τή βαθύτερη ἐσωτερικότητα του καί τίς πολλές του λεπτομέρειες, ὅσο ὁ ἴδιος ὁ ποιητής τόν ἐξερευνᾶ πιό βαθιά, ἀλλά πάντοτε ἀπό τίς μεταμορφώσεις αὐτῶν τῶν ἴδιων βασικῶν μορφῶν, λές καί πρόκειται γιά ἕνα ἀλφάβητο πού ἐπαναλαμβάνεται ἀδιάκοπα, πού τά γραμματά του ἔχουν ἄλλοτε τούτη τή σειρά, ἄλλοτε τή δείνα, καί πού καί πού προστίθεται ἕνα καινούργιο γράμμα. Ἤ, μέ ἄλλά λόγια, εἶναι σάν νά τελεῖται μιά λειτουργία στήν ὁποῖα δέν γίνεται ἐπίκληση τῶν ὀνομάτων τῶν ἁγίων ἤ γεγονότων τοῦ μεταφυσικοῦ κόσμου, ἀλλά τῶν πιό ταπεινῶν πραγμάτων πού μᾶς περιβάλλουν:

Ἄξιον ἐστί τό ξύλινο τραπέζι
Τό κρασί τό ξανθό μέ τήν κηλίδα τοῦ ἥλιου
Τοῦ νεροῦ τά παιχνίδια στό ταβάνι
Στή γωνιά τό φυλλόδενδρο πού ἐφημερεύει. 

Ὅμως, ἐδῶ ἀκριβῶς πρέπει νά εἴμαστε προσεκτικοί. Δέν εἶναι καί τόσο εὔκολο νά εἰσέλθουμε σ’ αὐτό τόν κόσμο. Στήν πραγματικότητα, ἀπαιτεῖ κατάλληλη μύηση. Γιατί ὁ Ἐλύτης, κατά τήν ἐπίσημη ὁμολογία του, δέν προτίθεται νά προβάλει ἁπλῶς τόν φυσικό, νατουραλιστικό κόσμο τῆς Ἑλλάδας• δέν εἶναι αὐτός ὀ κόσμος πού ἀνακαλύπτει καί μᾶς προσκαλεῖ νά τόν ἀνακαλύψουμε μέ τή σειρά μας. Δέν εἶναι ποιητής τῆς φύσης. Ἀπεναντίας, γιά νά τό ἐπιβεβαιώσει αὐτό, παραθέτει τόν λόγο ἑνός πνευματικοῦ δασκάλου τῆς Ὀρθόδοξης παράδοσης: «Ὁ κάλλει ἀλλοτρίῳ ἐπιβάλλων τούς ὀφθαλμούς οὔκ ἔτι κόρην ἀλλά πόρνην ἔχει τήν τοῦ ὀφθαλμοῦ κόρην». Ὅπως παρατηρήσαμε...αὐτό πού ἔχει σημασία γιά τόν ποιητή εἶναι ἡ εἰκονιστική ἤ πνευματική πραγματικότητα τῶν πραγμάτων κι ὄχι ἡ ὀπτική τους ἐμφάνιση.
Εἶναι ὡσάν κάθε πράγμα τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου -κάθε πράγμα πού ἀντιλαμβανόμαστε μέσῳ τῶν αἰσθήσεων- νά ἔχει τό ἰσοδύναμο ἤ ἀνάλογό του, ὅπως προτιμάει νά τό ὀνομάζει ὁ Ἑλύτης, στόν ἐσωτερικό κόσμο• καί εἶναι ἡ θέα ἤ ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμοῦ πού ἀφυπνίζει καί φέρνει στό ἐπίπεδο τῆς συνείδησης τίς ἀντίστοιχές τους εἰκόνες πού βρίσκονται πάντα παροῦσες μέσα μας σέ μιά λανθάνουσα κατάσταση. Στόν ἐσωτερικό κόσμο τά πράγματα πού συλλαμβάνουμε καί βιώνουμε μέσω τῶν αἰσθήσεων, μετατρέπονται μέσῳ αὐτῶν τῶν εἰκόνων σέ ψυχικές ἐνέργειες...Ἡ ἁπλή περιγραφή πού ἀφήνει τά πράγματα ὅπως ἐμφανίζονται στίς αἰσθήσεις μας, ἀντί νά ἀντιπροσωπεύει τήν πραγματικότητα, στήν οὐσία τή διαστρέφει. Ἀλλά βλέποντας τά πράγματα ὅπως θά μᾶς ζητοῦσε ὁ Ἐλύτης νά τά δοῦμε-ἀναφέροντάς τα ἀναγωγικά στά ἀρχέτυπά τους τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου- μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά ὑψώσουμε τόν κόσμο τῶν αἰσθήσεων σ’ ἕνα «ἱερό ἐπίπεδο», ὅπως τό ὀνομάζει, καί νά «ἐξαγιάσουμε τήν αἴσθηση».

Ἄν σμικραίνουν τά ὄργανα τῆς ἀντίληψής μας σμικραίνουν καί τά ἀντικείμενα. (Poetry and Prose of William Blake) 

Ἤ, ὅπως γράφει ὁ Shelley: «Ὅλα τά πράγματα ὑπάρχουν μέ ἕναν τρόπο πού διαφέρεται ἀνάλογα μέ τό πρόσωπο πού τά βλέπει...». Ἤ, κατά τήν ἔκφραση τοῦ Ἐλύτη... «Τό μάτι πού ἀλλάζει, ἀλλάζει τά πάντα». Καί τό λάθος μας εἶναι πώς δέν μποροῦμε νά δοῦμε τά πράγματα μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας -ἀδυνατοῦμε νά ἐπιτύχουμε αὐτό πού ὀνομάζει ὁ Ἐλύτης «ὀρθή ἀντιστοιχία τοῦ φυσικοῦ καί τοῦ νοητοῦ κόσμου»- καί βλέπουμε μόνο τόν φυσικό κόσμο μέ τά ὑλικά μας μάτια μέσα ἀπό παρωπίδες. Εἶναι, τελικά, ζήτημα κάποιου ἀθώου ματιοῦ, τοῦ ματιοῦ ἑνός παιδιοῦ ἤ ἑνός ἁγίου...
Καί ἐπειδή τό πῶς ἀντιλαμβανόμαστε ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐσωτερική μας κατάσταση, τό νόημα αὐτῆς τῆς φράσης εἶναι πώς ἔχουμε συσκοτίσει καί ἔχουμε κηλιδώσει τήν ψυχή, πού ἔχει χάσει ἔτσι τήν πρωταρχική μας ἁγνότητα ὅρασης. «Ὁλόκληρο τό νόημα τοῦ ὁράματος», γράφει ὁ Ἐλύτης, «...συγκεντρώνεται στήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς πού προϋποθέτει γιά νά γίνει εὐανάγνωστο καί κατανοητό»...
Ἀλλά γιά νά ἀποκτηθεῖ αὐτό τό βλέμμα πρέπει πρῶτα νά ἐξαγνίσουμε τήν ψυχή, νά καθάρουμε τά «αἰσθητήρια ὄργανα», φυσικά καί πνευματικά. Πρέπει νά καθάρουμε «ἀπό τό ἐσωτερικό μας βλέμμα τή μεμβράνη τῆς οἰκειότητας πού μᾶς συσκοτίζει τό θαῦμα τῆς ὕπαρξῆς μας» καί νά δημιουργήσουμε ἐκ νέου τό σύμπαν «πού ἔχει ἐκμηδενιστεῖ στό μυαλόμας ἀπό τήν ἐπανάληψη τῶν ἐντυπώσεων πού τίς ἔχει ἀμβλύνει ἡ ἵδια ἡ ἐπανάληψη».Τότε μόνο θά μπορέσουμε νά δοῦμε πώς στήν πραγματικότητα τά πράγματα δέν προσδιορίζονται ἀπό τόν χρόνο καί τόν χῶρο, ἐρχόμενα ἀπό τό παρελθόν καί ἐπεκτεινόμενα στό μέλλον, ἀλλά πώς γεννιοῦνται καί ξαναγενννιοῦνται ἀπό τήν ἀρχή κάθε στιγμή, μέ ὅλη ἐκείνη τήν ἀθωότητα καί τήν ἁγνότητα πού τό συννεφιασμένο καί κουρασμένο βλέμμα μας ἀδυνατεῖ νά τήν ἀναγνωρίσει σ’ αὐτά. Κάθε στιγμή τό κάθε τι ξαναδημιουργεῖται, ὅπως γράφει ὀ Ἐλύτης, «ὄμορφος ἀπό τήν ἀρχή στά μέτρα τῆς καρδιᾶς». Ἤ, ὅπως τό τοποθετεῖ κάποιος ἀδελφός του τῆς Ἀνατολῆς, ἕνας Πέρσης ποιητής, «κάθε στιγμή ὁ Ἠγαπημένος ἀποκτᾶ ἕνα καινούργιο φόρεμα» (RUMI, Diwan- i Shams- i Tabriz). Δέν εἶναι μιά ἁπλή μεταφορά τό νά ποῦμε πώς γιά τόν Ἐλύτη ὁ «Ἠγαπημένος» εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ Ἑλλάδα...Ἀλλά γιά τόν Ἐλύτη, αὐτή ἡ Ἑλλάδα, «αὐτός ὁ κόσμος ὁ μικρός, ὁ μέγας», δέν εἶναι πρωταρχικά μιά ἱστορική ἤ μιά γεωγραφική ὀντότητα. Δέν εἶναι ἕνα χωροχρονικό συνεχές ὅπως εἶναι, παραδείγματος χάριν, στόν Παλαμᾶ. Μᾶλλον διαφεύγει καί ὑπερβαίνει τόν χῶρο καί τόν χρόνο. Ἤ, μᾶλλον, εἶναι ὁ χῶρος πού δέν εἶναι χῶρος, πού ὑπάρχει σ’ ἕναν χρόνο πού δέν εἶναι χρόνος. Σ’ ἔνα ἀπό τά ποιήματά του ὁ Σεφέρης περιγράφει τόν τόπο του, τήν Ἑλλάδα, ὡς «κλειστό». Τόν κλείνουν, λέει, «οἱ δύο μαῦρες Συμπληγάδες». Γιά τόν Ἐλύτη, ἡ Ἑλλάδα δέν εἶναι κλειστή. Ἀλλά –καί τοῦτο εἶναι τό τελικό στάδιο τῆς μύησης- γιά νά ἀνακαλύψεις τήν Ἑλλάδα πού δέν εἶναι κλειστή, γιά νά ἀνακαλύψεις τό πραγματικό πρόσωπο τῆς Ἑλλάδας, πρέπει νά περάσεις ἀπό τίς «Συμπληγάδες», γιατί αὐτή ἡ ἀληθινή Ἑλλάδα πρόκειται νά βρεθεῖ μόνο ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τῶν «Συμπληγάδων»...
Οἱ βράχοι ἀντιπροσωπεύουν ὅλες τίς ἀντιφάσεις καί τίς ἀντιθέσεις -ἐδῶ καί ἐκεῖ, δίκαιο καί ἄδικο, παρελθόν καί μέλλον- στίς ὁποῖες συνήθως εἶναι ἐγκλωβισμένη καί θρυμματισμένη ἡ ζωή μας... Ἔχει σωστά εἰπωθεῖ πώς ὁ τοῖχος τοῦ Παραδείσου -ὁ τοῖχος πού μᾶς κρατᾶ ἔξω ἀπό τόν Παράδεισο- εἶναι κατασκευασμένος ἀπό αὐτές τίς ἀντιθέσεις...πρέπει νά περάσουμε πέρα ἀπό αὐτές τίς ἀντιφάσεις καί τίς ἀντιθέσεις, μέσα ἀπό τούς συγκρουόμενους βράχους. Πρέπει νά διαβοῦμε πέρα ἀπό τίς χωρικές διαστάσεις πού διαχωρίζουν τό ἐδῶ ἀπό τό ἐκεῖ γιά νά μποῦμε στόν ἀδιάστατο χῶρο πού δέν βρίσκεται πουθενά γιατί εἶναι ταυτόχρονα παντοῦ. Πρέπει νά τραβήξουμε πέρα ἀπό τίς ἀξίες τῆς ἀρετῆς καί τῆς κακίας πού ἐφαρμόζονται στή συμπεριφορά μας σ’ αὐτό τόν κόσμο, μαθαίνοντας μιά αὐθορμησία καί μιά ἀθωότητα πού ὑπερβαίνει τή «γνώση τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ». Πάνω ἀπ’ ὄλα πρέπει νά περάσουμε πέρα ἀπό τό παρελθόν καί τό μέλλον μέ τήν εἴσοδό μας σ’ ἕνα αἰώνιο Τώρα...Ὁ Blake ταυτίζει –τήν περιοχή αὐτή- μέ τόν «κόκκο τῆς ἄμμου...πού δέν μπορεῖ νά βρεῖ ὁ Σατανάς...». Στήν  πραγματικότητα τό νά εἶσαι ἐκεῖ πέρα σημαίνει νά βλέπεις «ἕναν κόσμο σ’ ἕναν κόκκο ἄμμου καί τήν Αἰωνιότητα σέ μιά ὥρα» (Blake). «Καί αὐτό λαβαίνει χῶρα πέρα ἀπό τόν χρόνο, δηλαδή χωρίς πρίν καί μετά, σ’ ἕνα αἰώνιο Τώρα...τήν πατρίδα καί ἀφετηρία κάθε ζωῆς καί κάθε γίγνεσθαι. Καί ἔτσι ὅλα τά πλάσματα βρίσκονται ἐκεῖ μέσα, πέρα ἀπό τούς ἑαυτούς τους, μιά Ὕπαρξη καί μιά Ζωή...ὅπως στήν αἰώνια τους πηγή»(JOHN OF RUYSBROECK). 
Ἐδῶ, σ’ αὐτή τήν «μεσολάβηση τῆς ἄχρονης στιγμῆς»(T.S. ELIOT) -ὁ ποιητής- μᾶς προσκαλεῖ νά ἀνακαλύψουμε κάτι ἀπό τίς ἀληθινές διαστάσεις τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, κάτι ἀπό τήν ἀληθινή μας ταυτότητα:

Ὅ,τι ἀγαπῶ γεννιέται ἀδιάκοπα
Ὅ,τι ἀγαπῶ εἶναι στήν ἀρχή του πάντα.


------------------------------------------------------------
 Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Φιλίππου Σέρραρντ: « Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ» Ἐκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ ΑΘΗΝΑΙ 1998

------------------------------------------------------------