.

.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Προκειμένου νά ἐντρυφήσουμε στόν ἀναγωγικό δυναμισμό τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας
εἶναι εὔστοχο νά καταφύγουμε στήν οἰκεία καί λειτουργική γλώσσα τῆς ἐκκλησίας.
Ἡ κατά καιρούς πολύτιμη ἐνασχόληση τῶν νεοελλήνων μέ τά ἀρχαῖα ἑλληνικά προσέκρουε
στό λεξιλόγιο καί στούς γραμματικούς τύπους πού ἔχουν ἀλλάξει ἀρκετά.
Ἔτσι ἡ ἀπόσταση πού ἔπρεπε νά διανυθεῖ, γιά νά ἀνακτηθοῦν τά ὑψηλά νοήματα
καί ἡ δυναμική τῆς ἀρχαῖας ἑλληνικῆς, πρόσθεται ἀντί νά ἀφαιρεῖ, μεγάλο βάρος
στήν ἀγωνία τοῦ ἕλληνα γιά τό θησαυρό πού ἔκρυβαν οἱ ρίζες του.
Ὁ χρόνος σμιλεύει τή γλώσσα μέ τόν ἴδιο τρόπο πού σμιλεύει καί τά βότσαλα,
δηλαδή ἀφαιρώντας τους ἀρκετή ὕλη μέχρι νά λειανθοῦν καί νά ἀντανακλάσουν καθολικότερα τό φῶς τοῦ ἥλιου.
Ὡστόσο ὁ χρόνος, πού γιά ἀρκετούς αἰῶνες κύλησε τραγικός σέ τοῦτο τό φωτοφόρο στῆθος τῆς γῆς,
ἔφαγε καί ἀρκετή γόνιμη ὕλη καί μέ ἐπίπλαστα θελκτικές σειρήνες ἀλλοτρίωσε τήν ἀντίληψη.
Πῆρε ν’ ἀδειάζει ἡ γλώσσα ἀλλά τό φῶς δέν ἔχανε τή φωνή του.
Θέλω νά πῶ, πώς ἡ παρακαταθήκη τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου δέν εἶναι ἕνα χθεσινό μουσειακό ἐργαλεῖο,
ἀλλά μάλλον μιά δυναμική σκυτάλη πού θά περνᾶ στίς δυνατές γενιές καί θά γονιμοποιεῖ μέ νοήματα τά νήματα τῆς ὕπαρξης.
Ἕνα στῆθος πού συνεχίζει νά ἀποκρίνεται στόν ἥλιο ὅσο ἡ γῆ γυρίζει γύρω ἀπό αὐτόν.
Ἡ ἐκκλησιαστική γλώσσα θά μπορούσε νά ἀποτελέσει ἕναν ἄξονα ἐνηλικίωσης τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας
καί ἀπολύτρωσής της ἀπό τόν εὐνουχισμό πού τῆς ἐπέβαλε τό χρηστικό ἐπικοινωνιακό μοντέλο τῆς ἀγορᾶς,
ἐπανακεντρίζοντάς την στήν ὀντολογική ρίζα τῆς ὕπαρξης. Τρεῖς εἶναι οἱ κύριοι λόγοι πού ὁδηγοῦν στήν διαπίστωση αὐτή.
• Ὁ πρῶτος ἔχει νά κάνει μέ τό ὅτι ἡ νεοελληνική γλώσσα δέν ἔχει ἀπομακρυνθεῖ σημαντικά ἀκόμα ἀπό τή γλώσσα τῶν λειτουργικῶν κειμένων.
• Ὁ δεύτερος λόγος ἔχει νά κάνει μέ τό ὅτι ἡ γλώσσα τῆς ἐκκλησίας εἶναι εὔκολα ἀναγνωρίσιμη ἀπό τόν νοῦ ἀλλά καί ἀπό τήν καρδιά τοῦ ἕλληνα.
Ἡ διπλή αὐτή προσληψιμότητα τόν θρέφει συνολικά, μεταγγίζοντας του ταυτόχρονα σιωπή καί λόγο, δηλαδή τρόπο ὕπαρξης.
• Καί ὁ τρίτος λόγος ἀφορᾶ τήν ἀναγωγική δυναμική τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας.
Ὡς γλώσσα ἀναφερόμενη πρός τόν Θεό, συνέχει ὅλα τά νοήματα, φωτισμένα καί ἐκτεινόμενα δυναμικά πρός τά δυσθεώρητα ὕψη τοῦ πνεύματος.
Εἶναι μιά ἄνω-θρώσκουσα γλώσσα πού ἀποτελεῖ λόγο γιατί ἁλιεύει τό βάθος τῆς ὕπαρξης ἐναρμονίζοντάς το μέ τόν Θεό-Λόγο.
Καλλιεργεῖ καί διευρύνει ὄχι μόνο τή γλωσσική ἱκανότητα ἀλλά κυρίως τήν ἀντιληπτικότητα τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς,
ὡριμάζοντας μιά συνειδησιακή πληρότητα πού ὁδηγεῖ σέ οὐσιαστικότερη κοινωνία καί ἐπικοινωνία.
Παύουν τά χείλη τῶν ἀνθρώπων νά λαλοῦν «ἄδικα φράγματα».
Τά ἱερά ἄσματα φωταγωγοῦν νοητά ἅλματα τῆς γλώσσας, ὄχι στή χρηστική ἐπιφάνεια,
ἀλλά στό ὀντολογικό βάθος τῆς ὕπαρξης πού ἐκ Θεοῦ ἔχει κληθεῖ νά ὀνομάσει ἐν ἀληθεία τόν κόσμο.
« Ἑλληνισμός, ἑλληνικότητα, ἑλληνική συνείδηση, Ἑλλάδα χωρίς ἑλληνική γλώσσα
δέν μποροῦν νά ὑπάρξουν μέ οὐσιαστικό, ἄμεσο καί ἀποτελεσματικό τρόπο.
Ἡ διαφοροποίηση κάθε γλώσσας συνδέεται, σέ μεγάλο βαθμό, μέ τήν ἱστορία καί τήν πνευματική καλλιέργεια κάθε λαοῦ...
Οἱ γλώσσες διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους. Ὄχι ὡς δηλωτικά συστήματα, ἀλλά ὡς πολιτισμικά μορφώματα.
Στήν ἱστορική πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι ἀξιοθαύμαστο νά βλέπει κανείς
πόσο ἡ ἑλληνική γλώσσα ὑπῆρξε πάντα χαρακτηριστικό συστατικό τῆς ἰδιοπροσωπίας τοῦἝλληνα.
Οἱ ἀγράμματοι, κατά τά ἄλλα, καλόγεροι τῶν βυζαντινῶν μοναστηριῶν, παρά τήν εὐνόητη ἀπέχθειά τους πρός κάθετι τό εἰδωλολατρικό,
διέσωσαν ἐντούτοις καί διατήρησαν γιά πάντα, ἀντιγράφοντάς τα μέ πολύν μόχθο, τά κείμενα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας,
τά ὁποῖα αἰσθάνονταν πώς συνέχιζε ἡ συγκαιρινή τους γλώσσα, συνδέοντας συγχρόνως τόν βυζαντινό μέ τόν ἀρχαῖο -ἔστω καί εἰδωλολατρικό- Ἑλληνισμό.
Κι ὅταν στά σκοτεινά χρόνια τῆς τουρκικῆς κυριαρχίας, ὁ καλόγερος πάλι
ἤ ὁ ἱερέας δίδασκε στό κρυφό σχολειό τήν ἑλληνική γλώσσα μέσα ἀπό τό κείμενο τοῦ Εὐαγγελίου,
γνώριζε καλά πώς πάνω στήν ἑλληνική γλώσσσα, ὅπως προβάλλει μέσα ἀπό τό πέρασμα τοῦ χρόνου,
πατᾶνε γερά καί τά δύο, ἑλληνική καί ὀρθόδοξη παιδεία, ἑλληνική καί ὀρθόδοξη παράδοση, ἑλληνική καί ὀρθόδοξη συνείδηση.» ( Γ. Μπαμπινιώτης)

Τό νεοελληνικό κράτος ἐξόρισε ἀπό τήν παιδεία φιλοσοφία καί φιλοκαλία
καί κούφωσε τούς πολίτες ἀπό ὅτι συνιστοῦσε τήν ἀναστάσιμη δόξα τοῦ ἔθνους μας.
Ἀφαίρεσε τούς «μελιρρύτους ποταμούς» «ὑδάτων ψυχοτρόφων».
Ἡ γλώσσα ἐξυπηρετεῖ πιά μιά ἔρπουσα βιοτική συνθήκη.
Ἡ ἀφαίμαξη τῆς γλώσσας ἀπό τήν ἀποθησαυρισμένη σοφία, εἶναι μιά συνθήκη λήθης πού ἀντικαταστᾶ τά πρόσωπα μέ νούμερα
καί ἐξυπηρετεῖ δόλιες καί ἀνθρωποκτόνες κερδοφορίες .
«Τέτοιες λέξεις: Τέτοιες ψυχές» γράφει ὁ ποιητής Γ. Θέμελης γιά νά συνειδητοποιήσουμε πώς ἀδειάζοντας τή γλώσσα, ἀδειάζουμε τό εἶναι μας.
Ὡς σέ κρυφά σχολειά, οἱ «σημαντόρες» ἄνεμοι τῆς Κυριακῆς ἐπιμένουν μέ τά γλωσσικά ἀντίδοτα τῆς ὑμνογραφίας σέ μιά «ἄσκηση φιλαληθείας».
Σέ μιά ἑλληνική πού δέν εἶναι ἁπλῶς γλώσσα ἀλλά λόγος, δηλαδή «ἐπιούσιος» τρόπος βίου.
Ἑλληνικά μέ πρωταρχική κίνηση στό ἀλφάβητό τους τό ἄναμα τοῦ κεριοῦ, καί τόν ἡσυχασμό τῆς ὕπαρξης ἀπό τίς βιοτικές μέριμνες.
Ἑλληνικά πού ὡς ἀγωγός χάριτος ἀνάγουν μέ ποιητικό τρόπο τίς ἀντιθέσεις σέ βαθύτερες συνθέσεις
μέσα ἀπό ἕνα πλούσιο ἐξεικονιστικό πλαίσιο, μέ συνηχήσεις καί ἐπαναλήψεις συντακτικῶν δομῶν, μέ συμμετρία νοημάτων καί λογικῶν σχημάτων,
μέ λόγο πού δέν ἐξαντλεῖται μόνο στή γλώσσα, ἀλλά ἀγκαλιάζει τήν ἀρχιτεκτονική δομή, τά ἄμφια, τά ἱερά σκεύη, τό τυπικό,
προσδίδοντας στό κάθε τι ἀναγωγικό δυναμισμό λόγου πρός τόν Θεό-Λόγο.
Αὐτήν τήν ἀναγωγική ἐνηλικίωση χρειάζεται νά ἐπανακτήσει καί ὁ λόγος τῆς ζωῆς μας
ὥστε νά ἐπανακτήσει καί ὁ γλωσσικός παλμός τή δυνατότητα νά μεταφέρει τό πνευματικό ὁξυγόνο σέ κάθε κύτταρο τῆς ὕπαρξης.
«Μέσα στή βάρβαρη ἀνθρωπότητα τό Βυζάντιο ἤτανε ἡ κιβωτός ἡ σφραγισμένη πού φύλαγε μέσα της κάθε πνευματικό θησαυρό,
ἀποχτημένον μέ τόν πόνο καί μέ τήν πίστη.
Στίς ψυχές τοῦ Βυζαντίου ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ ἔφερνε τήν ἀληθινή πίστη καί ἡ μέλλουσα ζωή ἤτανε καθαρή μπροστά τους.
Ὁ ἄνθρωπος καί οἱ ἐλπίδες του τραβούσανε μέ βεβαιότητα πρός τήν αἰωνιότητα.
Λοιπόν τό Βυζάντιο εἶναι ἕνα μεγάλο πρᾶγμα. 
Εἶναι ὁ καιρός καί ὁ τόπος πού ζούσανε οἱ ἄνθρωποι μέ τόν πόθο τοῦ ὑπερφυσικοῦ, τῆς αἰωνιότητας.

Ἡ ἀρχαιότητα εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ λογικοῦ, ἐνῶ τό Βυζάντιο εἶναι ἡ βασιλεία τῆς πίστεως, τῆς πνευματικῆς μέθης καί τῆς ἀθανασίας.
Ἡ ἀρχαῖα Ἑλλάδα μπορεῖ νά ’τανε δοξασμένη κι ἀντρειωμένη, ἀλλά ἡ καινούργια,
ἡ χριστιανική εἶναι πιό βαθειά, ἐπειδής ὁ πόνος εἶναι ἕνα πράγμα πιό βαθύ κι ἀπό τή δόξα κι ἀπό τή χαρά κι ἀπό κάθε τί.
Ἡ Ρωμιοσύνη εἶναι ἡ πονεμένη Ἑλλάδα.
Οἱ λαοί πού ζοῦνε μέ πόνο καί μέ πίστη τυπώνουνε πιό βαθιά τόν χαρακτήρα τους στόν σκληρό βράχο τῆς ζωῆς,
καί σφραγίζονται μέ μιά σφραγίδα πού δέν σβήνει ἀπό τίς συμφορές καί τίς ἀβάσταχτες καταδρομές ἀλλά γίνεται πιό ἄσβηστη.
Μέ μιά τέτοια σφραγίδα εἶναι σφραγισμένη ἡ Ρωμιοσύνη.
Τά ἔθνη πού ξαγοράζουνε κάθε ὥρα τῆς ζωῆς τους μέ αἷμα καί μ’ ἀγωνία,
πλουτίζονται μέ πνευματικές χαρές πού δέν τίς γνωρίζουνε οἱ καλοπερασμένοι λαοί.
Αὐτοί ἀπομένουνε φτωχοί ἀπό πνευματικούς θησαυρούς κι ἀπό ἀνθρωπιά, γιατί ἡ καλοπέραση κάνει χοντροειδῆ τόν μέσα ἄνθρωπο.
Ἐνῶ ὁ πόνος κατεργάζεται τούς λαούς καί τούς καθαρίζει, ὅπως καθαρίζεται τό χρυσάφι μέ φωτιά μέσα στό χωνευτήρι.
Γιά τοῦτο ἡ δυστυχισμένη Ρωμιοσύνη στολίστηκε μέ κάποια ἀμάραντα ἄνθη, πού δέν τ’ ἀξιωθήκανε οἱ μεγάλοι κ’ οἱ τρανοί λαοί τῆς γῆς.
Πίστη καί πατρίδα εἶναι γιά μᾶς ἕνα πρᾶγμα.
Πρέπει νά καταλάβουμε πώς ὁ Ἑλληνισμός δέν χάνεται μονάχα σά χάσει τήν πολιτική του ἐλευθερία, ἀλλά σά χάσει τήν πνευματική ἐλευθερία του.
Στά χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, ὅσοι ἀλλαξοπιστούσανε, τό ἔθνος τούς λογάριαζε γιά χαμένους.
Μά τώρα τί εἶναι ἄλλο ἀπό ἀλλαξόπιστοι ὅσοι καταφρονᾶνε τά δικά τους καί θέλουνε νά τά θάψουνε,
καί νά πάρουν αἰσθήματα καί φερσίματα ξένα ὁλότελα στόν χαρακτῆρα τους;
Ὅσο εἶχε πίστη ὁ Ἕλληνας, οἱ διάφορες προπαγάνδες δέν κάνανε τίποτα.
Τώρα μοναχά, πού μπῆκε ἡ ἀπιστία σέ πολλές ἑλληνικές ψυχές,
κι ὁ ὑλισμός κ’ ἡ καλοπέραση καταστρέψανε τήν πνευματική εὐαισθησία τους, τώρα οἱ διάφορες προπαγάνδες ἁπλώσανε στό ἔθνος.
Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοί στήν παράδοση, ὅσοι δέν ἀρνηθήκαμε τό γάλα πού βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στήν ψευτιά.
Καταπάνω σέ αὐτούς πού θέλουνε τήν Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρίς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρίς μυρουδιά.
Κουράγιο! Ὁ καιρός θά δείξει ποιός ἔχει δίκιο, ἄν καί δέ χρειάζεται ὁλότελα αὐτή ἡ ἀπόδειξη.»
                                                                                   «Πονεμένη Ρωμιοσύνη» τοῦ Φώτη Κόντογλου

«Οἱ θεοί καθαρίζοντας τή γῆ σου, λησμονήσαν... νά σύρουνε ἔξω στό «πύρ τό ἐξώτερον» τόν Ἰούδα τό δόλιο,
πού εἶχε τήν κρύπτη του πλάϊ στίς Κερκόπορτες.
Κ’ ἦρθαν ἄλλοι καιροί ὅπου πάνω σου σάλος πολύς ἐμαχόνταν ν’ ἀποκόψει ἀπ’τό αἰώνιο χῶμα τή ρίζα σου.
Πῶς πεθαίνει ἕνα ἔθνος;
Πῶς πεθαίνει ἕνα ἕθνος, ὅταν ὅλες οἱ θύελλες καταιγίζονται ἀπάνω του, δίχως νά βρίσκουν τό σῶμα του;
Πῶς πεθαίνει ὅταν ὅλα εἶναι τό ἔθνος;
Οὔκ ἑάλω ἡ Βασιλεύουσα ψυχή τῶν Ἑλλήνων!
Ἄν χτυποῦσεν ἡ σάλπιγγα, σαλευόνταν ἡ γῆς καί σηκώνονταν ὄρθιοι, δέν θά βρίσκανε τόπο νά σταθοῦνε οἱ μάρτυρες.
Κι ἄν μποροῦσαν ν’ ἀναπλαστοῦν ἀπ’ τή φθορά τους τά ἔργα τοῦ ἀμολόγητου σκότους,
τά μαστίγια, τά βέλη, τά καρφιά, τά παλούκια, οἱ κρεμάλες, οἱ φάλαγγες, οἱ θηλιές πού τούς ἔσερναν στούς Βοσπόρους καί στά ποτάμια,
καί μετά συγκεντρώνονταν σ’ ἕναν κάμπο ἀσύνορο, θά σχημάτιζαν ὄρος μέγα• καί ἀπότομο.
Καί ἀπ’ ὅποιο σημεῖο κι ἄν θεόταν τόν ὄγκο τους, θ’ ἀποροῦσε κανείς: πῶς ἀπόμεινε μήτρα,
πῶς ἀπόμεινε μάτι, πῶς ἀπόμεινε πόδι, πῶς ἀπόμεινε χέρι, νά σηκώσει τοῦ Ἕθνους σου τή σημαία ἀνάμεσα στίς ἄλλες σημαῖες τῶν Ἑνωμένων Ἐθνῶν.
Ποιός ἀντέχει τό βάρος, νά σηκώσει τόν πάσχοντα Θεό, μαζί μ’ ὅλο τόν πόνο του, ἀπάνω του;
Στήνω τό αὐτί μου στίς κινήσεις τῶν σπλάχνων σου καί ἀκούω τό ἔμβρυο πού Ρωμαῖοι στρατιῶτες τό λογχίζουν στήν κύησή του.
Κ’ εἶναι αὐτό πού θά γιόμιζε τήν ἀνθρώπινη ἀδειοσύνη, ὄπου ἐκτρέφεται μέσα της τό θηρίο Ἀρμαγεδών.
Ἀθλοφόρος τῶν ὅλων, νικοῦσες στή μάχη, πού ἦταν καί μάχη τους.
Μά ἀντί ἄλλης δάφνης, ἐλάβαινες τούς προστάτες πού δέν νοιάζονταν ἄλλο, ἐξόν...
νά σφραγίσουν τό στόμα σου, νά μήν βγεῖ τό φῶς, τί δέν ἦταν πρός κέρδος τους.
Καί δέ σταματούσανε νά σέ ἰδοῦν, ὅπου ἤσουν ὁ Ἁι-Γιώργης τῆς ἀνθρωπότητας•
νά προσπέσουν στό φῶς πού κατέβαινε ἀπό πάνω ἤ αὐτό πού ἀναδίνονταν ἀπό μέσα σου.
Τούς χρειαζόντανε τό αἷμα σου, πού ἤτανε νόμισμα, νά ξοφλήσουν δικούς τους λογαριασμούς.
Καί δέν ἤσουνα μόνο ἐσύ πού τό τίμημα ἐπλήρωνες ἀκριβά• ἀλλά τό μέλλον τοῦ κόσμου.»
                                                    «Λειτουργία κάτω ἀπό τήν Ἀκρόπολη» τοῦ Νικηφόρου Βρετάκου

 ΥΓ. Ἡ ὐπογράμμιση μέ ἔντονους χαρακτήρες ἔγιναν γιά τήν ἀνάγκη τοῦ ἄρθρου
           Ὁ ζωγραφικός πίνακας ἀνήκει στόν Χρῆστο Μποκόρο

 « Ἄν μιλοῦσε ἡ σιωπή,
ἄν φυσοῦσε, ἄν ξέσπαγε-θά ξερίζωνεν ὅλα τά δέντρα τοῦ κόσμου. »
Ν. Βρεττάκος

Ἐνσταυρωμένη ἡ σιωπή,
ἡ αὔρα ἡ λεπτή πού ἐνυπάρχει
σέ ὅλα τοῦ κόσμου τά πράγματα ὀμορφαίνοντάς τα
ὡς μυστική τοῦ αἰωνίου φωνή.
Παραδοθήκαμε στήν κίνηση καί στό θόρυβο 
μόνο καί μόνο γιά νά σβήσουμε.
Κυπαρισσένια τοῦ ὕψους ἀσκητική
φλέβες φωτός μυθικές στά νερά
καί στιγμές πιό βαθιές
τρούλοι καί περιστεριώνες
ξωκκλήσια φάροι
ὅλα μές στή σιωπή ψυχή σου.
Ζηλεύεις τή συνταρακτική 
εὐφωνία τῆς σιωπῆς
πού δέν ταράζει μά ἀναγεννᾶ
καί πασχίζεις μέ παλμούς καρδιακούς 
καί στοχασμούς οὐράνιους 
τό μάννα νά συνάξεις
τῶν φωτοφόρων κυματισμῶν της.
ΙΙΙ
ΙΙΙ
ΙΙΙ
 Σταθερά ἀγαθό τό ρόδο
ἀνασαίνει ἐλαφριά καταλύοντας
τῆς νυχτός τό ἀντίπαλο τίποτα.
Δίχως σιωπή μάταια μιλᾶμε.
Κενές ἀπό οὐσία οἱ λέξεις.
Οἱ ἀληθινές λέξεις μεταφέρουν οὐσίες σιωπῆς.
Οἱ ἄλλες εἶναι τρύπια κανάτια.
Δύσκολο νά ’σαι ἄνθρωπος.
Δύσκολο νά ’σαι τό φῶς
πού πρέπει νά ὀνομάσει τό φῶς.
Γήινα νά φορᾶς μέτρα
καί νά ’σαι ταγμένος οὐράνιος.
«Κι αὐτό πού δέν ξέρω 
εἶναι ποιό θά βαρύνει
στῆς κρίσεως τή ζυγαριά
περισσότερο. Τό χῶμα ἤ τό φῶς».
Νεράϊδα τῆς καθημερινότητας ἡ σιωπή
περνᾶ ἀπό τίς χαραμάδες τοῦ μόχθου φῶς
μυστικά νά μυροβλύσει σαγήνη παραδείσια.
Σιωπή εἶναι ἡ μεθεκτική θαλπωρή τῆς ἁρμονίας.
«Πάνω ἀπ’ τό λίκνο μου ἄρθρωνε ρήματα τό γαλάζιο
Κι ἔμπαζε μέσ’ ἀπ’ τ’ ἀνοιχτό παράθυρο ἡ σιωπή
ἕνα ποτάμι ὑπέροχα λόγια. Μιᾶς θαυμαστῆς 
γλῶσσας τό χρυσό ἀλφάβητο διακλαδιζόταν μέσα μου.»
Σιωπή ἦταν ἡ κατανοήσιμη γλώσσα τοῦ κόσμου
πρίν τό διαμελισμό της σέ ἀκατανόητες γλῶσσες. 
Ἀπέχουμε ὅμως πιά, ἕτη φωτός ἀπ’ τήν καρδιά μας.
-ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα τί καθεύδεις;-
Δύσκολη μαθητεία νά ἀνοίγουν τά χείλη 
ἀπό ἐπίσκεψη χάριτος. Νά γίνεται
ἡ στοργή τοῦ ἡσυχασμοῦ σπουδή
γιά τό βλεφάρισμα τῆς Ἄνοιξης.
ΥΓ. Οἱ στίχοι μέσα στά εἰσαγωγικά εἶναι τοῦ Νικηφόρου Βρεττάκου

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Ἀνατολή ἀνατολών

Κατερίνα Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη


«Ὁ κάλλει, λέγων ἀλλοτρίῳ ἐπιβάλλων τούς ὀφθαλμούς

οὐκ ἔτι κόρην ἀλλά πόρνην ἔχει τήν τοῦ ὀφθαλμοῦ κόρην»

                                                                      ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ



«ἀλλοτρίῳ»: δηλαδή ξένα τῆς φύσεώς μας. Ὄχι ἄνθρωπος κατά τό ἄνω+θρώσκω (=κοιτῶ πρός τά πάνω), 
ἀλλά μάλλον άθρωπος μέ α στερητικό + θρώσκω.
Τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχει τό τῆς καθ’  ὁμοιώσεως κέλευσμα.

Ὅταν ὁ πολίτης προσανατολίζεται πρός τόν ἐπαγγελματισμό καί ὄχι πρός τόν εὐαγγελισμό τῆς ὕπαρξης, 
ὅταν εὐημερία θεωρεῖ τήν κατανάλωση καί ὄχι τήν πνευματική ἄνωση, τότε ἔχει χάσει τό ὀντολογικό του κέντρο. 
Πρόκειται γιά τό χαμένο κέντρο τῆς οὐράνιας ρίζας πού ἀναγκάζει τόν Ζήσιμο Λορεντζάτο νά διαπιστώσει 
πώς εἶναι ἀνάγκη νά βροῦμε πρῶτα τρόπους ζωῆς καί μετά τρόπους τέχνης.
Διαφορετικά ἐφυέστατα καί εὐφάνταστα  θνητοί διασκεδάζουν τήν θνητότητά τους. Νεκροί θορυβοῦν θάβοντας τούς νεκρούς ἑαυτούς τους. 
Θά πρόσθετα πώς πρέπει νά βροῦμε πρῶτα ὁδό νήψης καί ὕστερα ὁδό οἰκονομίας,
 ὥστε νά ἀνακτήσουμε τή βιβλική θέση μας ὡς οἰκονόμοι τῆς κτίσεως καί ὄχι τῶν χρηματιστηρίων. 
Ἤ, ὅπως  εὔστοχα τό θέτει ὁ Χρῆστος Μποκόρος, πρέπει νά οἰκονομήσουμε ἐμεῖς τή ζωή μας καί ὄχι ἡ οἰκονομία ἐμᾶς.

Στίς σύγχρονες κοινωνίες τό πολιτιστικό στάθηκε ὁ Δούρειος Ἵππος τοῦ πνευματικοῦ. 
Ἀσκήθηκαν νά συγκινοῦνται μέ τόν αἰσθησιασμό καί ὄχι μέ τήν ἀλήθεια.
Ἡ θυσιαστική καινότητα τοῦ Τιμίου Ξύλου ἀντικαταστήθηκε μέ τήν ἐγκληματική κενότητα τοῦ Holly-wood.
Κινδυνεύουμε νά καταντήσει κοινός μας τρόπος, ὁ τρόπος τῶν ΜΜΕ. Ἐντρυφήσαμε σέ ὁδούς ἀλλοτρίους καί κλονίστηκε ἡ ἀληθινή μας φύση.
 Ὁ ἱερός μίτος τῶν γενεῶν μεταποιήθηκε σκόπιμα σέ χάσμα γενεῶν.
 Ἡ νεότητα ἀπογυμνώθηκε και ἀποκόπηκε ἀπό τήν  παραδόση πού γνώριζε λειτουργικούς τρόπους ζωῆς καί ἐνατένισης, 
ἡ παιδεία ἀφοῦ στραγγάλισε τόν σεβασμό καί τό δέος, εὐνούχησε ἀπό τά χέρια μας τό νοῦ καί τήν καρδιά μας.
Στριμώξαμε τόσες χρηστικές πληροφορίες στόν ἐγκέφαλό μας πού ἀπομύζησαν τήν θεία δροσιά μας.

Καί ἐνῶ ἐρημοποιημένη ἡ  ὕπαρξη στενάζει, στά ἀνοιχτά διάσελα, στίς βαθύσκιες ρεματιές, στά ἀγναντερά ἀκρωτήρια ἀλλά
 καί στίς πολύβουες πολιτείες κατάσπαρτα ξωκλήσια καί ἐκκλησιές ἐπιμένουν νά συγυρίζουν καί νά ἀνάβουν τήν ἱερότητα τῆς ἀνθρώπινης πνοῆς. 
Τό Κυριακάτικο σήμαντρο ἐπιμένει νά ταράζει τόν λήθαργο τῆς ἄνω θρώσκουσας φύσης μας.

Ὁ πολιτισμός μας ξεκινᾶ ἀπό τό ψωμί. Τό ψωμί πού σάν ἔπεφτε κάτω τό ἀσπαζόμασταν γιατί ἦταν ζυμωμένο μέ τό προζύμι τοῦ σταυροῦ. 
Ἡ θεολογία ἦταν κίνηση κάθε πού ἡ μητέρα σταύρωνε τό ρουχαλάκι πρίν μᾶς τό φορέσει,
 ὑπογράφοντας βιωματικά τό «ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε».
 Ἡ ραχοκοκαλιά τῆς μέρας ἦταν ἡ προσευχή. Στό ξύπνημα, στό γεῦμα, στό δεῖπνο, πρίν τήν παράδοση στόν ὕπνο,
 στήν ἐργασία, στή δοκιμασία, στή χαρά καί στή λύπη, στόν χαιρετισμό καί στόν ἐγκαινιασμό κάθε ἔργου. 
Στήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ ἔστεκε σάν ἄγγελος διακονίας  ἡ γυναῖκα που ξεπροβόδιζε σταυρώνοντας τούς ἀγαπημένους της. 
Μέχρι νά ἐπιστρέψουν ἔπρεπε τά χέρια της νά κάνουν ἀφομοιώσιμα τά ἀγαθά πού προσκομισθήκαν στό σπιτικό της,
 ὄχι ἁπλῶς για νά τραφοῦν ἀλλά γιά νά θραφοῦν ὅλες οἱ  ἐπιούσιες ἀνάγκες τῆς ὕπαρξης.
 Ἔτσι βασικό συστατικό δέν ἦταν μόνο τό λάδι ἀλλά καί τό ἔλεος τῆς θείας ἀγάπης πού συνεργοῦσε μέ τήν  ὑπομονή της.

Ὁ πολιτισμός μας ἔχει τήν ταυτότητα τοῦ ἄρτου τοῦ ἐπιούσιου, τοῦ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάντος.
 Πολιτισμός μετάληψης, μέθεξης, μετάνοιας, μεταμόρφωσης τά ἄνω ζητῶν καί ὄχι πληροφορίας, γνώσης καί σοφίας τά κάτω φρονῶν. 
Ἀνάταση καί ἀνάσταση χρωστᾶμε στή ζωή μας καί ὄχι παράταση καί παράσταση.

Ὁ πολιτισμός μας εἶναι  ἀναγωγικός. Στίς ἐκκλησίες μας καθετί ἔχει λογοποιηθεῖ ἔτσι πού νά ἀνάγει τόν πιστό πρός τόν Θεό Λόγο.
Οἱ τοῖχοι χάνουν τό βάρος τους μέ τήν ἁγιαστική θαλπωρή τῶν εἰκονογραφημένων ἁγίων, 
ὁ θόλος μοιάζει μέ οὐρανό καί κοιλία πού μᾶς κυοφορεῖ ἐν Χριστῶ. Ἡ ὑμνογραφία μετουσιώνει  τή γλῶσσα σέ κλίμακα. 
Στό πετραχήλι τοῦ ἱερέως ὡς κρόσσια κρέμονται οἱ ψυχές. Ζῶντες καί κεκοιμημένοι συνεσθίουμε Χριστό.
 Ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα δέν ἀπουσιάζει κανείς. «Τὰ ἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει, καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ», 
ὁλόκληρος ὁ ναός ὡς σταυρός ἤ  κιβωτός σωτηρίας μᾶς ἀνυψώνει πάνω ἀπό τίς βιωτικές μέριμνες στήν βαθιά εἰρήνη τῆς Βασιλείας.

Ἄν πρέπει νά δώσουμε ἕνα ὄνομα  στόν πολιτισμό πού πρέπει νά ἀποζητήσουμε
 ὥστε οἱ  «ἐν σκότει καί σκιά» νά  ἐπιστρέψουμε εἰς  «τήν ἀλήθειαν» τῆς ὀντολογικῆς μας φύσεως, 
δανειζόμενη τήν ὑμνογραφική γλῶσσα, θά ἀποτολμοῦσα τό: «Ἀνατολή ἀνατολῶν».

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα προέρχεται από την ενότητα "Ανθρώπων βλέμματα", του Xρήστου Γαρουφαλή.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

 Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ:
ΧΩΡΙΣ ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ





Ὑπάρχει σημαντικότερο ἔργο ἀπό τό νά φέρουμε σωστούς ἀνθρώπους στήν κοινωνία; Ποιός ἐπωμίζεται αὐτή τήν εὐθύνη;
Τό παιδί τῶν ἔξι ἐτῶν πού μπαίνει στήν δημοτική ἐκπαίδευση ἔχει κιόλας τό φίλτρο ἑνός χαρακτήρα.
 Εἶναι ἤδη  ἕνας ἄνθρωπος μέ προκαθορισμένο πλαῖσιο ἀντίληψης.
 Ἡ συνειδητότητά του ἔχει κιόλας μιά συγκεκριμένη ποιότητα.
 Ἔχει ἀποκτήσει ἤδη ἕναν καίριο προσανατολισμό εἴτε πρός τό «κοινωνεῖν καί ἀληθεύειν» 
εἴτε πρός τό «ἰδιωτεύειν» καί τό συνακόλουθο ψεῦδος.
Ἔχει ἤδη καλλιεργηθεῖ μιά κλήση εἴτε πρός φιλαυτία εἴτε πρός τήν ἀπεραντοσύνη τῆς θείας καθολικότητας.
 Εἴτε πρός τό ἐπτασφράγιστο Ἐγώ εἴτε πρός τό θεόπνευστο Εἶναι.
Κι ὅλο αὐτό τό μέγεθος τῆς οὐσίας ἤ τῆς ἀνοησίας ἔχει ἐνσταλαχθεῖ ἀπό τή μήτρα τῆς οἰκογενειακῆς ἐστίας.
 Ἡ μάνα εἶναι ἡ ἱερή φάτνη τοῦ βρέφους. Ἡ ἐκστατική σιωπή τῆς καρδιᾶς μπροστά στό θαῦμα τοῦ νεογέννητου
 πυροδοτεῖ τή διαφύλαξη καί διαπαιδαγώγηση τῆς νέας ὕπαρξης.
 Ἡ μητέρα εἶναι ἡ πρώτη «φυλακή», ἡ πρώτη «σκέπη» τῆς ὕπαρξης. Τῆς ζωῆς τό ταξίδι ξεκινᾶ μέσα ἀπό τήν ἀγκαλιά της.
 Ἡ ἀγκάλη της μετουσιώνεται σέ παραδείσιο ὅρμο.
 Ἐκεῖ μέσα ὅλος ὁ κόσμος ἀθωώνεται, σά νά ἐνδύεται «τή στολήν τήν πρώτη» προκειμένου νά διαφυλαχτεῖ ἡ ἀθωότητα τοῦ νεογέννητου.
 Τό νανούρισμα, τό ταχτάρισμα, ὁ μύθος, τό παραμύθι καί παράλληλα ὁ ἐκκλησιασμός ἀποκτοῦν μιά τρυφερή διάσταση ἀγωγῆς.
 Στόχος της δέν εἶναι μόνο νά τό φροντίσει, νά τό μεγαλώσει, ἀλλά νά τό «ἀναστήσει» καθώς εὔστοχα ἔλεγαν οἱ παλαιότεροι.
Νά παραδώσει δηλαδή, ἄνθρωπο πού διαισθάνεται τήν ἀξία του, τό ὕψος τῆς ἀποστολῆς του μέσα στόν κόσμο καί τό βάρος τῆς ἀθανασίας του.
Τό χαϊδολογεῖ, τό φιλᾶ, τό καλοκαρδίζει:
«Ξύπνα καρδούλα μου, ξύπνα ἀγγελούδι μου νά βοηθήσεις τόν ἥλιο νά φωτίσει τόν κόσμο».
Κι αὐτό ἀνταποκρινόμενο: «Ὤ μαμά,  μυρίζεις οὐράνιο τόξο»! (Δήμητρα Ἀθηνιώτη ἐτῶν:6)
Ὅμως τό μητρικό φίλτρο δέν ἐπαρκεῖ. Βιγλάτορας τοῦ μυστικοῦ πού κρύβει ἡ ἀνατροφή εἶναι ὁ πατέρας.
 Σέ αὐτόν ἀνατίθεται ἡ διασφάλιση μητέρας καί βρέφους. Σάν ἄλλος Ἰωσήφ διαισθάνεται πώς τό παιδί του εἶναι πρώτα παιδί τοῦ Θεοῦ.
 Καί ἔχει νά δώσει λόγο ὄχι μόνο στό Θεό ἀλλά καί στήν κοινωνία γιά τό τί παιδιά ἔφερε στόν κόσμο.
 Τό δικό του γένος εἶναι πού θά τιμηθεῖ ἤ ὄχι ἀπό τή βιοτή τῆς  πορείας τους.
Ἄν ἡ μητέρα εἶναι ἡ « φυλακή» , ὁ πατέρας εἶναι ὁ «στύλος» στούς ὤμους τοῦ ὁποίου στηρίζεται τό βάρος τοῦ βίου.
 Ὁ πατέρας παρέχει τά μέσα καί ἡ μητέρα στέκει στή θύρα καί  σταυρώνει τό ἀγγελούδι της καθώς ἀνοίγεται στόν κόσμο.
 Στέκει μέχρι νά μήν μποροῦν νά τό δοῦν τά μάτια της, ἀλλά διακριτικά τό παρακολουθεῖ ὁ προσευχόμενος ὀφθαλμός τῆς καρδιᾶς της.
 Καί καθώς μεγαλώνοντας πρόκειται νά διεκδικήσει τόν χῶρο του - τήν ἐλεύθερη βούληση πού ὁ Θεός τοῦ ἐμπιστεύτηκε -
ἐκείνη  ἀποσύρεται πρώτη  θυμίζοντάς του μόνο τή ρίζα:
 «Ὅλα ὅσα σοῦ ἔμαθα ξέχασέ τα. Μονάχα ἕνα πράγμα νά κρατήσεις. Νά κοινωνᾶς.
Νά παίρνεις  Χριστό μέσα σου. Τότε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός θά ὁδηγεῖ τή ζωή σου».
Ἄλλωστε αὐτό κάνει σταυρώνοντάς το κάθε πού φεύγει μακριά της. Τό παραδίδει ὄχι στόν κόσμο ἀλλά στό Θεό.
 Στή Σκέπη καί τήν Ἀγκάλη τήν ἀκαταίσχυντη.

 Μά καταφτάνοντας ὁ 21ος αἰώνας μέ τή πληθωρική φαντασματογορία τοῦ ἀτομισμοῦ καί τόν διαδικτυακό προσηλυτισμό του,
 ἡ  κοινωνία χάνει τόν προσανατολισμό της. Τά πολιτικά καί οἰκονομικά συστήματα ἀναφέρονται πιά στήν ἀγορά καί ὄχι στόν ἄνθρωπο.
Καί προκύπτει ἡ κρίση. Μιά κρίση μέ ταυτότητα : Δέν ὑπάρχει πιά μάνα στό σπίτι.
 Μιά μεθοδευμένη διαβολή τῆς οἰκονομίας δέν διασφαλίζει πιά τόν «ἐπιούσιο» τῆς οἰκογένειας ἀκόμη καί ἄν ἐργάζεται καί ἡ μητέρα.
 Οἱ ἐργαζόμενοι γονεῖς καί ἰδιαίτερα ἡ μητέρα δέν ἔχουν πιά τό περιθώριο τοῦ χρόνου
 καί τῆς ἡρεμίας πού μετουσιώνει τή στοργή σέ παιδαγωγικό ἔργο.
 Κάποιος θά ταΐσει καί θά προσέξει τά μικρά μέχρι νά φτάσουν οἱ γονεῖς
 καί νά τά παραλάβουν κατάκοποι καί ἀφυδατωμένοι ἀπό τήν παρθενική δροσιά τους.
 Κάποια βρέφη δέν χορταίνουν οὔτε τόν ὕπνο τους ἀφοῦ πρέπει νωρίς νά παραδοθοῦν στούς βρεφονηπιακούς σταθμούς
 ὅπου, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν πού προσδιορίζονται ἀπό τίς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου,
 γιά  τό σημαντικότερο χρόνο τῆς ἡμέρας τους, ἀκριβῶς ὅπως τά οἰκόσιτα ζῶα, θά ᾽χουν προσοχή, τροφή, παρέα
 ἀλλά ὄχι τή θαλπωρή τῆς μητέρας.
 Μοιάζει σάν νά ἀποττάσεται ἡ ἐποχή μας ὄχι ἁπλῶς τό ρόλο τῆς  μητέρας ἀλλά καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά τό βρέφος.
Τό σημαντικό γεγονός στήν οἰκογενειακή ἐστία εἶναι ἡ ἀπουσία.
 Ἔτσι τό πρῶτο πού πρέπει νά ἀναπληρωθεῖ εἶναι τό χάδι καί ἡ στοργή, δηλαδή ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας.
Μοιραῖα ἡ ἀγωγή περνᾶ σέ δεύτερη μοίρα. Πολλά παραβλέπονται, πολλές ὑποχωρήσεις καί χατίρια
 προκειμένου νά ξεγελαστοῦν, ἀκόμη καί οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς μετά ἀπό μία ἐξουθενωτική μέρα, πώς ὑπάρχει χαρά καί ἡρεμία στό σπίτι.
Πώς ὑπάρχει σπίτι καί ὄχι σκορποχώρι.
 Τήν ἔλλειψη τῆς ἀγωγῆς ἔρχεται νά ἀποτελειώσει καί ὁ γοητευτικός βομβαρδισμός τῆς τηλεόρασης μέ  ἀλλότριες εἰκόνες καί μηνύματα.

«Ὅ,τι σπέρνεις θά θερίσεις» λέει μιά λαϊκή  παροιμία.
 Δέν θά θερίσουμε ἁπλῶς ἀνάγωγους ἀνθρώπους ἀλλά ἀτομιστές, ἡδονιστές, βομβιστές, τρομοκράτες,
τό πτῶμα μιᾶς κοινωνίας στήν ὁποία ἀπό τή μιά ἀποσυντίθεται ἀργά μά σταθερά τό βασικό της κύτταρο: ἡ οἰκογένεια
 καί ἀπό τήν ἄλλη ἐκτοπίζονται οἱ  ἀξίες ἀπό τίς ἀλογίες  τῆς ἀγορᾶς.
 «Σκυλοκοῖτες καί νεκρόσιτοι κι ἐρεβομανεῖς κοπροκρατοῦν τό μέλλον»  μᾶς γράφει ὁ ποιητής (Ὀ.Ἐλύτης)
προκειμένου νά συνειδητοποιήσουμε τήν κατάσταση καί νά ἀνακτήσουμε τό «Ἄξιον Ἐστί»τοῦ τρόπου μας.
Ἐπιτρέψτε μου ὄμως νά κλείσω μέ τήν ἀναπνοή ἑνός ἄλλου ποιητή (Τ.Λειβαδίτης),
 μέ ἕναν στίχο πού συνοψίζει τήν εὐαγγελία τῆς μητρότητας:
 «...ἡ μητέρα μου ἔστρωνε τό κρεβάτι μέ μιά κίνηση ἁπαλή σά νά τακτοποιοῦσε ἕνα μυστήριο».
 Τό μυστήριο τῆς κατά Θεόν κλήσης μας.


Ο ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ




 «...ἡ μητέρα μου ἔστρωνε τό κρεβάτι μέ μιά κίνηση ἁπαλή σά νά τακτοποιοῦσε ἕνα μυστήριο» (Τ.Λειβαδίτης)

       Ἕνα μεθεκτικό νῆμα χαρᾶς ἀγκαλιάζει ὅλα τά πράγματα σά βρέφη.
 Ὅλα στρέφουν τά μάτια τους ζητώντας νά θηλάσουν ἀπό τό βαθύ μυστήριο τῆς ζωῆς.
 Μιά φυλλωσιά τρυφερότητας, μιά πάλλουσα ἁρμονία, ἕνα γιοφύρι πάνω ἀπό τήν ὁρμή τοῦ ἐφήμερου,
 σά στῆθος μάνας πού ξαγρυπνᾶ ἀναγκάζει καί τόν βαθύτερο πυθμένα τοῦ σύμπαντος νά ἀποδώσει καλοσύνες.
Ἔχουμε συνηθίσει νά ἀπογυμνώνουμε τίς οὐσίες ἀπό τό πλατύ χαμόγελο τῶν ὁριζόντων τους.
 Νά μήν διαισθανόμαστε πόσο συντροφικά πλαγιάζουν οἱ λόγοι προκειμένου νά κυοφορήσουν τό μυστήριο.
Ἔτσι ἀποτυγχάνουμε νά ἀναγνωρίσουμε τή μητρότητα στήν κεκρυμμένη εἰρήνη τῶν ὄντων.
 Τό βότσαλο πού σά σπέρμα βυθίζεται δέν ταράζει τό νερό ἀλλά τό χορεύει,
 γνέφοντας μέ κύκλους πού ἀνοίγουν, ἀνοίγουν, ἀν...ἄν τήν εὐαισθησία μας βροῦν νά τήν γονιμοποιήσουν.
 Ἡ βρόχινη μετάνοια τῶν νεφῶν γίνεται στίς πηγές τό παραμύθι τῆς νεράιδας πού ξεδιψᾶ πρώτα τόν καημό καί μετά τή δίψα.
 Οἱ ποταμοί εἶναι φλέβες  οὐρανῶν πού ὅλες τίς ρίζες σά μάνες θά τίς φροντίσουν.
 Ἕνα κελαηδητό χαρᾶς  σά φωνούλα  παιδική τυλίγει μέ ζεστασιά τίς πρῶτες ἀχτίδες τοῦ ἥλιου,
  καί κείνα τά παιχνιδίσματα τοῦ φωτός στά νερά. μητρικές εἶναι ἀβύθιστες εὐχές γιά νά τά πελάγη τοῦ βίου.
  Ἡ ἄχνα στό τζάμι σά μητρική ἀναπνοή ἀπό τή θεία πρόνοια πού μᾶς παρακολουθεῖ.
  Τό χιονάτο λευκό σά νεῦμα ἀγαθῆς παραμυθίας πώς ὅλα κυοφοροῦν τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ.
 Οἱ ἐποχές ζώνονται τήν ποδιά τους καί συγυρνοῦν τούς καιρούς,
 σαρώνουν,  ἀπολυμαίνουν, ποτίζουν, στολίζουν, κεντοῦν τή φορεσιά τοῦ κόσμου.
 Ἀποκτοῦν ἔτσι γαλανές νησίδες οἱ ὁραματισμοί μας καί ἀειθαλές γίνεται τό λευκό ρόδο τῆς ἀθωότητάς μας.
 Τῶν νυχτερινῶν γιασεμιῶν τά χτυποκάρδια, μιᾶς μακρόθυμης μητρότητας τά μυρόπνοα δάκρυα εἶναι, πρόσφορο ἀπό τίς ἐλπίδες τοῦ σύμπαντος.
 Πρίν μοῦ φορέσει τό ρουχαλάκι ἡ μητέρα τό σταύρωνε καί μέ τά χάδια της καλοῦσε τούς ἀγγέλους νά χορέψουν γύρω μας.
 Σάν φρόνιμα παιδιά κατέφθαναν κι ἔδιναν μυστικά τόν κάβο τοῦ χοροῦ στό ἅγιο φῶς
 γιά νά ξορκίσει τό σκοτάδι καί νά μήν φοβάμαι τίς νύχτες ἀλλά νά νιώθω τή γιορτή τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τῆς μάνας,
 ἀναστάσιμα νά σηκώνει ὅλα τά ἐρέβη γιά νά μεγαλώσουν «σοφίᾳ καί ἡλικίᾳ καί χάριτι» τά βρέφη.



Θητεία μαθητείας στό «Ἄξιον Ἐστί» τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη. Μέρος Β΄

 «Ἐξόριστε Ποιητή, στόν αἰώνα σου, λέγε τί βλέπεις;» 


Τό Προφητικόν μέρος τοῦ ἔργου, ὡς ὀφθαλμός δικαιοσύνης ἀπό τόν μέλλοντα αἰώνα,
 βλέπει ἀπό τή μιά τήν ἀλαζονεία τῶν πολιτικῶν συστημάτων νά διαπράττουν πολέμους στοχεύοντας στήν κυριαρχία,
καθώς καί  τήν ἀγορά καί τό κέρδος νά περνοῦν πάνω ἀπό τό πτῶμα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
Ὡστόσο ἡ προφητικά βαθύτερη θέαση, βλέπει τήν ἀναίρεση τοῦ δράματος στήν «ἀλληλουχία τῶν κρυφῶν νοημάτων»,
 δηλαδή στό ἐλπιδοφόρο νήμα του μυστηρίου.

Καυστικά ἐκθέτει μιά  ἀλλότρια συμπεριφορά, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἀπεκδύεται τό κάλλος
γιά νά φορέσει δαχτυλίδια μέ καρφιά καί ρούχα μέ νεκροκεφαλές.
Εὔστοχη παραπομπή στούς χούλιγκανς καί στή μόδα ὅπου τό κάλλος φαίνεται πράγματι παραδομένο «στίς μύγες τῆς Ἀγορᾶς»,
τόσο πού ὡς καί ἡ πόρνη μή έχοντας τί ἀλογία πιά νά ζηλέψει,  θά εἶναι αὐτή πού θά ζητήσει προφητεία ἀπό τόν ποιητή.
 Καί θά λάβει λόγο γιά θεσμοθέτηση ἀλλοτρίων  στά Νέα καί ὄχι Καινά ἤθη τοῦ  «Ἀστικοῦ μας Κώδικα».
 Πρότυπη μορφή στίς πλατεῖες τῆς Ἀγορᾶς δέν θά εἶναι πιά ὁ μύστης,  ὁ ἥρωας ἤ ὁ ἅγιος ἀλλά ὅ,τι ἐκπορνεύει τήν ὕπαρξη.
Ὁ ἔρωτας θά βεβηλωθεῖ ἀνεπανόρθωτα. Τό φύλο καί τό ζευγάρι θά καθορίζονται ἀπό τήν νέα ἀλογία ἑνός κατευθυνόμενου καί διαστρεβλωτικοῦ,
δια-βολικοῦ (διασπαστικοῦ) συστήματος, προκειμένου νά εὐνουχιστεῖ καί ἡ φυσιολογική ταυτότητα  τῆς ὕπαρξης.
 Ὡστόσο, ψηλά μέ πουλιά ὑπαινίσσεται ὁ ποιητής τήν ἱερή τάξη τῆς  ἐλευθερίας.

«Καί  κρυφά θά μετρήσουν τήν ἀνθρώπινη πραμάτεια τους οἱ Κυβερνῆτες, κηρύσσοντας πολέμους».
Βρισκόμαστε ἤδη μάρτυρες ἑνός πολιτικοῦ συστήματος πού κατάντησε τόν ἄνθρωπο ἀριθμό
 καί συγκέντρωσε «τό χρυσάφι στούς ἀφανείς» κερδοσκόπους , δίχως νά λογαριάζει τήν ἱερή ἀξία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.
 Πτώματα ξεβράζονται στίς ἀκτές τῆς ἀπληστίας καί τῆς ἀφροσύνης τους, τόσα,
 πού ἔκπληκτος καί ὁ ἴδιος ὁ θάνατος πλέον, «τοῦ λάκκου τό στόμα», θά ζητήσει προφητεία.
 Ἡ ἀπόκριση μιλᾶ γιά Ἀναστάσιμο τραπέζι καί καθαρότητα οὐρανῶν καί ὑπονοεί ταυτόχρονα
 τιμωρία, μετάνοια και σύμπνοια μέ τή «διαρκή ἐπανάσταση» τοῦ κάλλους καί τή δυναμική τοῦ θείου ἔρωτα.

«Καί τῶν ἀρχαίων Κυβερνητῶν τά ἔργα πληρώνοντας ἡ Χτίσις, θά φρίξει».
Στήν ἁρμονία τῆς κτίσης ἡ ἐξουσιαστική ἀλογία τοῦ κέρδους θά ἐπιφέρει σήψη, οἰκολογικά καί ἀνθρωπιστικά ἀδιέξοδα
 πού θά ἀναγκάσουν τό «σανίδωμα» τοῦ Ἅδη «νά ὑποχωρήσει ἀπό τήν πίεση τή μεγάλη τοῦ ἥλιου».
 Καί προφητεύονται γηρατειά τῆς νεότητας, νέοι  δίχως διαχρονικό ἦθος, δίχως συναίσθηση ρίζας καί ὁρμή ἀθανασίας,
 «Κουρεμένοι κατάδικοι», πολίτες, δίχως  ἅλω  ἁγιότητας, θά διεκδικοῦν  ὡς Ἀγανακτισμένοι!!! ἀπό τήν ἀγορά καί πάλι τό φαγητό τους.
 Καί ὅσο ἡ «ἀπανθρωποποιήση»( Σέρραρντ)  θά κερδίζει ἔδαφος οἱ ἀμοιβές θά γίνονται πενιχρές, ὡς δούλων «ἐπίταξη», στά ἐργοστάσια
πού «θά βγάλουνε ὄνειρα συντηρημένα... καί ἐμφιαλωμένη φύση».
Ἄμεση συνέπεια τοῦ ἄλογα ἀφύσικου βίου οἱ ἀσθένειες. Θά ἀποζητᾶ ὁ καθένας λίγα γραμμάρια εὐτυχίας στήν κατανάλωση,
 ἀφοῦ ὅλα τά μεγαλεῖα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης μέσα του θά εἶναι κιόλας ἐρείπια.

Σέ  αὐτήν τήν τραγική  ὑπαρξιακή ἐξορία θά σταθεῖ ὁ ποιητής καί θά δώσει τό «Ἄξιον Ἐστί»τοῦ λόγου
 «γιά νά λάβουνε τά ὄνειρα –τῆς «Ὀνειροτόκου» ὕπαρξης-ἐκδίκηση».
 Στήν τραγική  κάθοδο «σέ βυθό ἀπό βυθό ὡς πού δέν ἦταν ἄλλος» (Σολωμός),
θά εὐκοσμίσει  ὁ ποιητής τό ἀνάστημα τοῦ ἀνθρώπου,  ἀνίκητο «φῶς πού πατεῖ χαρούμενο τόν Ἅδη καί τόν Χάρο»(Σολωμός).
 Ὥστε νά βρεῖ ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα τήν ἱερή τους θέση στόν κόσμο αὐτό τόν μικρό καί Μέγα.

Ὅπως στίς ἀρχαῖες τραγωδίες  τόν τελευταῖο λόγο ἔχει ἡ  κάθαρση
ἔτσι καί ἡ δοκιμή στό πυρακτωμένο καμίνι τῆς μοίρας σμιλεύει τό «Ἄξιον Ἐστί» τῆς ἀνθρώπινης πορείας.
 Ἐντελέχεια τῆς θείας λειτουργίας εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό. Ὁ προσανατολισμός πρός «χῶρα μακρινή καί ἀναμάρτητη».
 Ἡ στέρηση  μετουσιώνεται σέ ἀσκητική τῆς ἀπόταξης κάθε τι μιαροῦ γιά  νά παραμείνει ὁ ποιητής
«καθαρός ἀπ᾽ ἄκρη σ᾽ ἄκρη καί στά χέρια τοῦ θανάτου ἄχρηστο σκεῦος».
 Πορευόμενος ἁγνός στά «Λιβάδια τά Πάντερπνα», ὅπου ἔχει «κράτος καί ἐξουσία ἡ Ἄνοιξη»
  μακαρίζει τούς  «δυνατούς πού ἀποκρυπτογραφοῦνε τό Ἄσπιλο».
Ἐδώ ὁ «Πρίγκηπας»τῶν εὐαγγελισμῶν μας, «Ὁ νικήσαντας τόν Ἅδη καί τόν Ἔρωτα σώσαντας» μετουσιώνει τή θυσία σέ ἀθανασία,
 σέ νίκη πάνω στή λήθη, τή φθορά καί τήν ἁμαρτία.
 Γιά αὐτό ΝΥΝ καί ΑΙΕΝ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ.

Τό ἔργο κλείνει μέ τό Δοξαστικόν πού εἶναι δοσμένο σάν ἕνας ποιητικός χρησμός γιά τήν εὐτυχία τοῦ κόσμου,
 ὅπου ὁρατό καί ἀόρατο συνάδουν καί συνεισφέρουν στό κάλλος καί τό μυστήριο.
 Κτίση μέσα στή φύση, ἕνας «δαφνώνας» «ἀπέραντος» καί «φωτοφάγος»,
 παντοῦ  ἕνα  πράο πνεῦμα ἐγρήγορσης σάν τόν «ἀκάθιστο γλάρο» τόν «ἀργοπλεύστη»
 καί ἄνεμοι πού «ἱερουργοῦνε» τά σημαινόμενα τῶν ἐνυλωμένων λόγων μετακινώντας «τῆς φύσεως τούς ὅρους».
Νησόσπαρτη χώρα μέ τρούλους καταγάλανους σάν «πόσιμα γαλάζια ἡφαίστεια»,
 ὅρια εὐτυχισμένα πού διαρκῶς μετατοπίζονται ἀνάγοντας τό  «ξύλινο τραπέζι» στόν Σταυρό
 καί τό κρασί «μέ τήν κηλίδα τοῦ ἥλιου» στῆς Θεῖας Εὐχαριστίας τό δισκοπότηρο.
Τίποτα δέν εἶναι προορισμένο γιά νά χαθεῖ μέσα σέ αὐτή τή δόξα. «Οἱ νεκροί ἄνθη τῆς αὔριον»,
 λουλούδια τοῦ παραδείσιου νόστου, ἡρωικά, στοχαστικά, εὐαγγελικά, ἐνάρετα.
 «Τῆς καμπάνας ὁ ἐσπερινός ἄνεμος ὁ χρυσεγέρτης» κομίζει ἀνάσταση ἀκυρώνοντας τή δύση.
Καί στό  δράμα τῆς ἁμαρτίας πού ἄδειασε τήν ἀρετή, Χριστός «ὁ ἔρωτας ἔλθοντ’ ἐξ ὀράνω»,
 καθαγιάζει τά αἰσθήματα καί  ὡς «Ἀγγεία τῶν Μυστηρίων» δείχνει τίς «ἡλιοβόρες» «Ἀρετοῦσες».
Ὅλη ἡ ζωή ἕνα ταξίδι μέ νόημα, ἕνας σφιγμός ἀθανασίας «πού δέ φελάει».
Στά καράβια ὀνόματα  χρησμοδοτοῦν γιά τό ἦθος τοῦ τρόπου μας. «Ἀγγέλικα», «Ἀτρόμητος», «Ἔχει ὁ Θεός», «Εὐαγγελίστρια».
Γιά αὐτό καί ἡ δοξολογία στόν Ποιητή πού πρέπει καθ᾽ ὁμοίωση «ἐσύ νά ᾽σαι»,
 δίψα γιά τήν ἑαροσύνη τοῦ φωτός, «Ληστής»τοῦ φωτισμοῦ, «ἡ ἐστία τοῦ φακοῦ» πού πυροδοτεῖ τό πνεῦμα.
 «Τό ἐνδόμυχο φῶς...κατ᾽ εἰκόνα καί ὁμοίωση τοῦ ἀπείρου»  θέλγει τά βουνά καί παίρνουν «ὄψεις τοῦ αἰωνίου»,
  φωτίζει στά δέντρα τήν «παρασημαντική»τοῦ Παραδείσου, «τό πολύ σιμᾶ καί ὅμως ἀόρατο».
 Ὁ ἄσωτος γίνεται υἱός φωτός γιατί «τώρα ξέρει ...ποιό τό «νῦν»καί τό «αἰέν»τοῦ κόσμου:
Νῦν ἡ πάλη μέ τή φθορά καί τή λήθη
Νῦν τῆς ἀποκαλύψεως «ὁ μαῦρος Ἀριθμός»
Νῦν ἡ ἐνσάρκωση καί θυσία τοῦ Θεανθρώπου
Αἰέν «πλησιφαή» συνείδηση καί λόγος
Αἰέν τό μυστήριο καί ἡ πεμπτουσία
Αἰέν ὀ μέγας Ὀφθαλμός
Νῦν ἡ πτωχεία τῆς πτώσης καί
Αἰέν καθολικός ὁ κόσμος ὁ μικρός, ὁ Μέγας.
                                                    Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη Εἰρήνη-Αἰκατερίνη
                                                             Ἐργασία ἀφιερωμένη στούς νέους μας
                                                               μέσα ἀπό τή στοχαστική συντροφιά
                                                             τοῦ Ἐργαστηρίου «Διαπορθμεύων Λόγος»
                                                                                            Πρωτοχρονιά 2018